Αρχική Πολιτισμός Τέχνες Φαύστα, από τους ΣΚΗΝΟΒΑΤΕΣ, παραστάσεις καλοκαίρι 2017

Φαύστα, από τους ΣΚΗΝΟΒΑΤΕΣ, παραστάσεις καλοκαίρι 2017

55

Το θεατρικό σχήμα «ΣΚΗΝΟΒΑΤΕΣ» παρουσιάζει το θεατρικό έργο του Μποστ «Η Φαύστα».

Σκηνοθεσία: Γιώργος Παυλιδάκης
Πιάνο: Μιχάλης Μάγνης
σε διασκευές του, από τη σύνθεση του Β. ∆ηµητρίου «Βόλτα στο Φάληρο»
Φωτισμός: Ανδρέας Απέσσος
Χορογραφία: Μαργαρίτα Καμαράτο
Σκηνογραφία, Ενδυµατολογία, κατασκευές: Γιώργος Παυλιδάκης
παίζουν:
Μαρία Ζαννίκου, Ειρήνη Τσίχλα, ∆ηµήτρης Μπαχάς, Ειρήνη Κρεατσούλα, Μαρκέλλα Γιοβανάκη, Γρηγόρης Παπαµικρούλης, Μαρία Αυγουστίδη

Παραγωγή βίντεο: Focus Studio
Σκηνοθέσια: Γιώργος Παυλιδάκης
Φωτογραφία – Μοντάζ: Ανδρέας Απέσσος

Πρόγραμμα παραστάσεων
31 Ιουλίου, Καλαμωτή
3 Αυγούστου, Νένητα
12 Αυγούστου, Λαγκάδα
16 Αυγούστου, Ανοιχτό θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης» (Καστρομηνά)
Ωρα έναρξης 9:00 μ.μ.

Ολίγα λόγια για το έργον από τον συγγραφέα

Είθισται ,προ πάσης παραστάσεως, ο θεατρικός συγγραφεύς να απολογείται προς το κοινόν ,είτε με σύντομο σημείωμα εντός του διαφημιστικού προγράμματος, είτε με φλύαρον διατριβήν εις τας φιλοξένους εφημερίδας, δια να κάνει κατανοητήν την «θέσιν» του. Στην «Φαύστα» θέσις δεν υπάρχει. Το έργο γράφτηκε σε στιγμή κεφιού και ούτε θυμάμαι να με «κούρασε», ούτε το «θέμα της να με απασχολούσε χρόνια». Το έγραψα το καλοκαίρι του ’63, φιλοδοξώντας να έχω στο συρτάρι κι ένα έργο που να μην είναι επίκαιρο και να μπορεί να παίζεται ανεξαρτήτως εποχής. Την ιδέα την πήρα από μια τραγική ιστορία που είχα δώσει προ ετων ως σκίτσο στον «Θεατή», τότε που ένας καρχαρίας στο Κερατσίνι έφαγε κάποιο παιδί που κολυμπούσε. Αυτός στάθηκε ο πυρήνας της «Φαύστας», της «απολεσθείς κόρης». Ποιητική αδεία, ο συγγραφεύς ,το παιδί το έκανε κοριτσάκι και το εβάπτισε «Ριτσάκι», επειδή ήδη το δραματούργημα το είχε αρχίσει σε δεκαπεντασύλλαβο και τον εξυπηρετεί η πρωτότυπος ρίμα (αν του εχρειάζετο αγοράκι, να είσθε βέβαιοι, ότι κατόπιν ωρίμου σκέψεως ,θα το έβγαζε Γρηγοράκη). Αυτή ήταν η μόνη δυσκολία που αντιμετώπισε ο δραματουργός. Στο Κερατσίνι, το παιδί εξαφανίστηκε. Στην «Φαύστα» το «Ριτσάκι» ξαναβρίσκεται με τους γονείς του, έπειτα από 20 έτη, βγαίνοντας από την κοιλιά του κήτους που ψαρεύει ο μανιώδης ψαράς πατέρας. Παρ’ όλο που κατ’ αρχήν το έργο γράφτηκε ως «σκηνικό παιγνίδι», στο σημείο αυτό όπου η κόρη αφηγείται για τις χώρες που είδε ταξιδεύοντας χρόνια σ’ όλες τις θάλασσες, θα γινόταν «πολιτικό» με την παρεμβολή μερικών στίχων τρεχούσης επικαιρότητας, και το Ριτσάκι θα έλεγε στους γονείς του γνώμες για το Βιετνάμ,για την Κύπρο και τον Άγιο Δομίνικο, που υποτίθεται ότι γνώρισε παραπλέοντας τις ακτές τους. Ο σκηνοθέτης όμως δεν ήθελε πολιτική και ο συγγραφεύς δεν επέμεινε. Τελικά το Ριτσάκι είπε μερικά ανώδυνα πράγματα για το Θιβέτ και τη Μογγολία και έτσι συγγραφεύς και σκηνοθέτης έμειναν φίλοι. Αυτό το καλο έχει η «Φαύστα». Συσφίγγει τους δεσμούς σκηνοθετών και δημιουργών. Επιπροσθέτως έχει τας εξής πρωτοτυπίας και προσόντα: α)Με την παρεμβολή 17 τραγουδιών γίνεται μιούζικαλ διαρκείας 2 ωρών. β)Αφαιρουμένων των τραγουδιών γίνεται μονόπρακτο μιας ώρας γ)Δια της προσθέσεως 30-40 στίχων μεταβάλλεται εις έργον «πολιτικό» και δ) Δια της αφαιρέσεως των πολιτικών αιχμών γίνεται «σκηνικό παιγνίδι». Είναι ,δηλαδή, έργον αυξομειούμενον εις διάρκειαν, κατάλληλον δι’ όλους τους θιάσους και δι’ όλας τας σκηνάς, πράγμα που ουδείς συγγραφεύς κατάφερεν εις την παγκόσμιον δραματογραφίαν. Αισθάνομαι δε ιδιαιτέρως υπερήφανος, διότι αυτό που ο Σαίξπηρ και ο Αισχύλος δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν το κατόρθωσα εγώ χωρίς να κουρασθώ πολύ. Έτερον δεν έχω να προσθέσω.

ΜΠΟΣΤ.

Ο Μπόστειος Γέλως του Ματθαίου Μουντέ
Ο Μπόστειος Γέλως είναι μια μοναδική δωρεά, διαχρονική και αενάως ανανεούμενη ελληνική δροσοπηγή, στην υπηρεσία της αφύπνισης του Γένους. Βγαίνει με τρυφερότητα αναστεναγμού και μας θυμίζει τη βαθιά λυπημένη ψυχή του λαού μας. Στο βάθος υφέρπει πάντα μια μυστική μελαγχολία ,με στοιχεία ονειροπόλησης.
Να γιατί αγαπήσαμε όλοι τον Μπόστ. Μας είπε ποιοι είμαστε, ποιες είναι οι αμαρτίες μας και μας έδειξε τη γελαστική οδό της λυτρώσεως. Το γέλιο λυτρώνει. Είναι μεταφυσική δύναμη. Κι όταν η χάρη του γέλωτος βγαίνει από ένα μελαγχολικό και λιγόλογο δημιουργό, τότε το γέλιο ανασταίνει. Λένε ότι ο Λάζαρος από την ώρα που αναστήθηκε ήταν αγέλαστος. Και μια μέρα που άξαφνα γέλασε ανάστησε ένα νεκρό παιδί. Ο Μπόστ ανάστησε το νεκρό παιδί της συλλογικής μας αθωότητας. Με ευθυβολία, με κύματα ζωής, με ευρήματα συναρπαστικά.
Γι ‘ αυτό τον αγαπούμε. Με τα γλωσσικά του κατορθώματα σμπαράλιασε την ψευδεπίγραφη σοβαρότητα των διαβητικών. Με τα σχέδια και τα κείμενα του μας αξίωσε να μετέχουμε στο κρυφό νόημα μιας ευφροσύνης συνομωσίας. Μας παίρνει απαλά και μας μεταφέρει με φιλική εγκαρδιότητα στον στόχο του. Θα τον καταλάβουμε όλοι πολύ άνετα και σωστά. Γιατί είναι ένας συγκλονιστικός δεξιοτέχνης. Ένας πανεπιστημιακός, πρύτανις στο μάθημα της αγωγής του γέλιου. Ξετυλίγει με μια παιδική απάθεια τις μικρές καθημερινές του παρατηρήσεις μπροστά στην έκπληξη μας και μας αφήνει ελεύθερους να αποφασίσουμε πως τα πράγματα είναι έτσι όπως εκείνος τα βλέπει μέσα από τα δικά του μάτια, τα μάτια ενός παιδιού και ενός σοφού ανατολίτη.
Είναι παραμυθάς στο σχέδιο, αριστοτέχνης στη σύλληψη, γενναιόδωρος στις αναπλάσεις. Το έργο του Μπόστ είναι ένα γερό μάθημα αλήθειας, πίκρας, ζωής. Το χαμηλοτάβανο ελληνικό παρόν γεμίζει με γελαστά χρώματα, εξηγήσεις, συμπεράσματα, αναζητήσεις. Όλοι μοιράζονται τον ζεστό και αγιασμένο του άρτο. Δεν κάνει εξαιρέσεις. Γι’αυτό τον αγαπούμε.
Ο Μποστ είναι ο στοργικός πατέρας της τρυφερότητας. Αναμάρτητος αυτός, γιατί πολύ πόνεσε την Ρωμιοσύνη, αγκαλιάζει με χριστιανική ανοχή νηστεύσαντες και μη νυστεύσαντες. Η βροχή της χιουμοριστικής του χαρμολύπης δροσίζει τις καρδιές μας. Βρέχει επί δικαίων και αδίκων. Η χαρμολύπη του εναρμονίζεται με τις μυστικές οράσεις του Ελληνισμού, τις διαχρονικές του αντιφάσεις, στις λάμψεις και τα σκοτάδια του. Με την χλιδή της ευρηματικής του ανορθογραφίας συντάσσει τα πολύπτυχα της ελληνικής ιστορίας του χθες, του σήμερα. Το λάδι στο μπουκαλάκι της φτώχειας, τα πρόσωπα, τα φρούτα, τα άνθη, οι ήρωες, τα ζώα θα ξανανθίσουν για πάντα μπροστά στα μάτια των Ελλήνων και θα αναβρύζουν ευεργετικά με τη ζωτική ορμή της αλήθειας του.
Ματθαίος Μουντές