Αρχική Απόψεις Aρθρα Γιάννης Τζεβελέκος: Από την Αγια Φωτιά σ΄όλη τη Χίο

Γιάννης Τζεβελέκος: Από την Αγια Φωτιά σ΄όλη τη Χίο

272

Γιάννης Παν. Τζεβελέκος*. Τα Ανάλεκτα

Η Α Γ Ι Α Φ Ω ΤΙΑ

Πώς έγινε μαγικά η Αγία Φωτεινή, Αγία Φωτιά, δεν ξέρω. Ισως γιατί εκεί ήσαν όλα μαγικά. Ακόμα και η φωτογραφία που τράβηξα της αγάπης μου με την παλαιολιθική ρώσικη Ζενίθ.

Χοντρό βότσαλο και παγωμένα νερά του Αιγαίου. Ο δρόμος, μετά το Νιοχώρι, με τα λειβάδια γεμάτα ασπροκόκκινους λαλάδες, συνέχιζε τη διαδρομή του μέσα στο ποτάμι με τις λιγαριές να προσκυνάνε και να ευωδιάζουν στο πέρασμά μας με το σαράβαλο ταξί του Κώστα του Μισετζή.

Μέσα στο κύμα το μαγαζάκι του Σωκράτη από την Αίγυπτο. Σωστό καλύβι, αλλά πεντακάθαρο. Στην αυλή, κάτω από την κληματαριά, τραπέζια προχειροφτιαγμένα, με αραιές σανίδες και καρέκλες που τις έπαιρνε ο καρεκλάτος που συνήθως φυσούσε .

Εκεί, σαν πηγαίναμε, έστρωνε η κυρα- Σωκράταινα τα καλά της τραπεζομάντηλα και τα ατσούγκριστα σερβίτσια που ξέθαβε από το μπαούλο για να μας περιποιηθεί. Ετοίμαζε, βάζοντας όλη της την τέχνη, τα καλύτερα φαγητά και το φχαριστιόταν να μας σερβίρει φορώντας την κάτασπρη, κολλαριστή, ολοκέντητη μπροστέλα της .

Ο Σωκράτης στις φωτιές, πολύ μάστορας. Μετά, κουβέντα για τη ζωή και τα καζάντια στην Αίγυπτο, μέχρι που φύγανε με το μπαούλο με τα σερβίτσια και τα πανικά. Σιέστα μετά, στο πίσω δωματιάκι, στα δροσερά σεντόνια, ώσπου να γύρει ο ήλιος.

Ηταν κάτι καλοκαιρινές Κυριακές στη μαγική Αγία-Φωτιά, ή στα Μαύρα Βόλια με την απόκοσμη ατμόσφαιρα, ή στην Αγία Μαρκέλλα με πίστη και δέος για το μαρτύριό της που άφησε μέχρι σήμερα τα ίχνη του πάνω στα ματωμένα βράχια. Εκεί που φχαριστιόταν το κορμί τη θαλασσινή δροσιά και η ψυχή την απόλυτη ηρεμία.

Ακόμα, εξερεύνηση στα Καστροχώρια στο νότο. Οι Ολύμποι, το τέλειο οχυρό. Τα μοναδικά ξυστά στο Πυργί χάρμα οφθαλμών και πολύτιμη κληρονομιά. Τα Μεσαιωνικά Μεστά που στέκουν όρθια κόντρα στο χρόνο.

Και ανεβαίνοντας προς την Καλαμωτή, εκεί που τα δέντρα δακρύζουν, και οι γερόντισσες σκουπίζουν τα δάκρυα των σκίνων μαζί με τα δικά τους .

Σαν προχωρήσεις βορεινά, οι δίδυμες αδερφές, Συκιάδα και Λαγκάδα. Πιο πάνω τα Καρδάμυλα , πρώτα στη ναυτοσύνη. Με τον ναύτη τους να χαράζει τη ρότα τού γυρισμού και τη μάνα, γυναίκα, αδελφή καρδαμυλίτισσα με την παλάμη στον ήλιο να ψάχνει τον ορίζοντα.

Πιο έξω ο Ναγός με τις δροσερές πηγές του μας καλωσορίζει με τα κελαϊδίσματα των πουλιών.

Και σαν πάρεις τα βουνά, απομονωμένα
χωριά με ωραίους ανθρώπους. Στολίδι τους η Βολισσός , το κεφαλοχώρι με το κάστρο της. Γύρω της μικρά σκόρπια χωριουδάκια, με δύσκολη πρόσβαση και λιγοστούς αλλά γνήσιους ανθρώπους που δουλεύουν τη γη, το δάσος, τη θάλασσα.

Πριν να γυρίσουμε στον κόσμο, προσκύνημα στην Έρημη Πολιτεία, τον Ανάβατο και στη Βυζαντινή Νέα Μονή στις Καρυές με τα κρύα νερά.

Ετσι γεμίζαμε τις μπαταρίες μας για να τα βγάλουμε πέρα, ξένοι σε ξένο τόπο. Μας ήξεραν μόνον όταν μας χρειάζονταν . Ευτυχώς που υπήρχαν και οι διωγμένοι που ήξεραν από ξενιτιά και δυο – τρεις ακόμα φίλοι, ντόπιοι, που δεν τους χώραγε ο τόπος τους, αλλά έμεναν εκεί , θεματοφύλακες του πολιτισμού του τόπου.

Γεμάτη Ναούς η Χίος. Χριστιανικούς σαν την Παναγιά Κρήνα, Ναούς της Ιστορίας σαν τον Αγιο Μηνά, του Πνεύματος σαν τη βιβλιοθήκη του Κοραή αλλά και του Οινοπνεύματος σαν την ποτοποιία Τέττερη. Ομως πάνω απ’ όλα, από θρησκείες, ιστορίες ,πνεύματα και οινοπνεύματα υπάρχει το χρήμα .

Οχι πως έχει σχέση με τα προηγούμενα, απλά ήρθε η ώρα να σας πω και για τους μεγάλους του νησιού, τους εφοπλιστάδες. Που έσκυβαν να μαζέψουν απ’ το χώμα τη δεκάρα, για να την κάνουνε δραχμή και τη δραχμή παπόρι. Έτσι έλεγαν, αν ήθελες τους πίστευες. Δεν ξέρανε ότι τα λεφτά, σαν γίνεις σκλάβος τους, δεν τη φελάνε την ψυχή ούτε πρόκειται να πέσει στο μερδικό τους πάνω από μέτρα γης. Τους τα ‘λεγε με τα στιχάκια του ο Γιάννης ο τρελλό-γιαννος και τα τραγουδούσε ο Πέτρος, έτσι και του τάιζες το ούτι του με μερικές δραχμές στου Κασαπάκη ή στη Δασκαλόπετρα .

Προσκύναγαν την Παναγιά τη Μυρτιδιώτισσα οι Βρονταδούσοι και τον Αγιο Νικόλα οι Εγνουσιώτες, βοήθειά μας, αλλά θεό τους είχαν το χρήμα. Καλά κρυμμένο πίσω από τις ψηλές μάντρες και τις σιδεροντυμένες πόρτες στα πυργόσπιτα του Κάμπου, θαμμένο κάτω απ’ τα βότσαλα στις λιλαδωτές αυλές και στα Νεοκλασσικά στο Βροντάδο και στα Καρδάμυλα.

Το χρήμα όμως, μπορεί να μην τους έφερνε πάντα την ευτυχία, αλλά μ ‘αυτό μπορούσαν να αγοράζουν χρυσαφικά μέχρι τον αγκώνα, βενετσιάνικους καθρέφτες, ακόμα και γαμπρούς.

Οι λαλάδες όμως ήταν τζάμπα. Γέμιζες τα μάτια σου χωρίς να αδειάζει ο κάμπος. Γινόσουν πλουσιότερος χωρίς να κάνεις κανέναν φτωχότερο.

Εκεί, στην Αγιά – Φωτιά, την Κυριακή της Ζωής, που ήσαν όλα μαγικά, για τους ελεύθερους.

  • Ο Γιάννης Τζεβελέκος είχε διατελέσει διευθυντής στο κατάστημα της ΔΕΗ στη Χίο, τη δεκαετία του ’60.
    Ο Γιώργος Νύκτας, μας έφερε σε επαφή και σήμερα φιλοξενούμε το πρώτο του άρθρο!