Αρχική Απόψεις Aρθρα Η μαγική τέχνη του να ρωτάμε αντί να μιλάμε, της Μ. Μαγγανάρη

Η μαγική τέχνη του να ρωτάμε αντί να μιλάμε, της Μ. Μαγγανάρη

59

Τα πιο συναρπαστικά και ίσως ικανά να αλλάξουν τη ζωή μας βιβλία, είναι αυτά που αναφέρονται στην γενικότερη κουλτούρα μας. Είτε πρόκειται για τον χώρο εργασίας, τα πάρτυ ή τις οικογενειακές συναντήσεις, αναλογιζόμαστε συχνά το πώς αλληλεπιδρούμε με τον κόσμο; Κατά πόσο άραγε είμαστε υπεύθυνοι για την δυσλειτουργία στην επικοινωνία;

Ένα άψογο παράδειγμα αυτού του είδους βιβλίου είναι το Ταπεινή Περιέργεια: Η ευγενική τέχνη του να ρωτάμε αντί για να μιλάμε (Berrett-Koehler Publishers, 2013) του Edgar Schein, καθηγητή στην Διοίκηση Επιχειρήσεων στο MIT και ειδικό στην οργανωσιακή ψυχολογία. Το ότι δεν έχετε ίσως ποτέ ξανακούσει να μιλάνε για κάτι τέτοιο, σχετίζεται με μια από τις κεντρικές παρατηρήσεις του Schein, ότι δηλαδή δεν έχουμε συνοχή σε όσα υποστηρίζουμε πως είναι βασικά για εμάς και στις ίδιες τις πράξεις μας. Ο πολιτισμός μας διατείνεται ότι εκτιμάει τις ταπεινές συμπεριφορές, ενώ στην πράξη το instagram, οι διάσημοι CEOs και τα best-seller βιβλία business αποδεικνύουν το αντίθετο.

Στην θεωρία αγαπάμε το ενδιαφέρον και το να θέτουμε ερωτήσεις στους συνομιλητές μας, στην καθημερινότητα όμως δείχνουμε να εκτιμούμε περισσότερο όσους έχουν έτοιμες απαντήσεις. Λέμε πως έχουμε χορτάσει από ξερόλες και καμιά φορά ανησυχούμε μήπως κι εμείς συμπεριφερόμαστε έτσι, παρόλα αυτά θαυμάζουμε όσους έχουν πολλά να διηγηθούν και θέλουμε και να τους μιμηθούμε.

Κι ενώ όπως υποστηρίζει ο Schein μας έχουν γαλουχήσει με την αξία της ομαδικότητας, θαυμάζουμε πολύ περισσότερο τα ατομικά επιτεύγματα. Βάζουμε δυστυχώς τις προσωπικές επιτυχίες πάνω από τις σχέσεις μας, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε την ζημιά που προκαλείται στις σχέσεις με τους συναδέλφους και τις οικογένειές μας. Ακόμη και στην εταιρική κουλτούρα, θεωρητικά επαινούμε την ταπεινότητα των ηγετών, στην πράξη όμως διψάμε για το αντίθετο.

Πόση δύναμη κρύβουν οι ερωτήσεις;
Ο Schein εντόπισε δύο χαρακτηριστικά που πιστεύει ότι λείπουν από τις περισσότερες συζητήσεις: “Η περιέργεια και η επιθυμία να θέτουμε ερωτήσεις στις οποίες δεν γνωρίζουμε ακόμη τις απαντήσεις”, υποστηρίζει.

Όσοι συχνάζουν σε cocktail party, οι σύντροφοι μεταξύ τους, αλλά και οι managers, μπορούν να διαπιστώσουν πότε μια συζήτηση δεν εξελίσσεται με ενδιαφέρον. Δεν γνωρίζουν ίσως όμως τι θα συνέβαινε αν ακολουθούσαν άλλο μονοπάτι ώστε να έχουν έναν πιο ανοιχτό, φυσικό και με αλληλοσεβασμό διάλογο.

Υπάρχουν κάποιες δεξιότητες που μπορείτε να ασκήσετε ώστε να το επιτύχετε. Όλοι έχουμε ακούσει για τις ανοιχτού τύπου ερωτήσεις, αλλά αυτός ο χρυσός κανόνας δεν αρκεί. Και ο προγραμματισμός που έχουμε δεχτεί από την κοινωνία μας μπορεί να εξηγήσει το γιατί.

Η γνωστή ερώτηση για να σπάσει ο πάγος “Μίλα μου για σένα”, μπορεί να είναι εξαιρετική για μια συνέντευξη σε απευθείας μετάδοση ή για έναν δημοσιογράφο. Στην καθημερινότητα όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι δε νιώθουν έτοιμοι να διηγηθούν ανοιχτά την ιστορία της ζωής τους. Επίσης, για κάποιες μικρο-κουλτούρες μπορεί να φανεί άτοπη ως ερώτηση.

Αν ειλικρινά ενδιαφερόμαστε να αντλήσουμε πληροφορίες για τον Άλλο, πολλοί από εμάς γνωρίζουμε άλλους τύπους ερωτήσεων που ο Schein εντοπίζει ως κατευθυνόμενες ερωτήσεις, δηλώσεις αντί ερωτήσεων ή και ρητορικές ερωτήσεις. Όταν όμως πραγματικά ενδιαφερόμαστε να γνωρίσουμε ή να καταλάβουμε κάποιο άλλο πρόσωπο, η κατάλληλη ερώτηση θα αναδυθεί αυτόματα. Επίσης, η γλώσσα του σώματος θα στείλει τα σωστά μηνύματα.
-Μερικές φορές, αρκεί να κοιτάξουμε τον Άλλο με ενδιαφέρον και προσμονή να ξεκινήσει εκείνος την συζήτηση ή να πούμε αυθόρμητα μια σκέψη και ο διάλογος ξεκινάει αβίαστα.

Ο Schein παραθέτει λίγα παραδείγματα με ανοιχτές ερωτήσεις που μπορούν να εκφράσουν “ταπεινή περιέργεια”:
“Οπότε…” (με βλέμμα προσμονής)
“Τι συμβαίνει;”
“Τι σε φέρνει εδώ;”
“Εμπρός…”
“Μπορείς να μου δώσεις ένα παράδειγμα;”

“Παραδόξως, η έκφραση “Γεια σου, τι κάνεις;” δεν θεωρείται ως εκδήλωση Ταπεινής Περιέργειας γιατί πολιτισμικά προδικάζει ένα απλό “Καλά, εσύ;” γράφει ο Schein προσθέτοντας: “Έχω παρατηρήσει πως οι μοναδικές φορές που απαντάω στους άλλους πραγματικά πώς είμαι είναι όταν ρωτάνε κάτι λιγότερο προβλέψιμο όπως “Πώς πάνε τα πράγματα;” και ρίχνουν και το αντίστοιχα γεμάτο ενδιαφέρον βλέμμα.”

Πιο σημαντικό από όλα, ο Schein υπογραμμίζει πως είναι το να πηγαίνουμε πέρα από τις λέξεις και να συνειδητοποιούμε ποιός πραγματικά μετράει για εμάς όπως και την ανάγκη μας να προστατεύσουμε τη φήμη μας. Η ταπεινότητα στην οποία αναφέρεται στην βασική σύλληψή του είναι το είδος εκείνο που “αναγνωρίζει την αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους στο εδώ και τώρα” και όχι εκείνο που μας κάνει να θαυμάζουμε ένα άλλο άτομο για τις ικανότητες ή τα πλούτη του.

Πρόκειται για ένα είδος ταπεινότητας στην οποία προσωρινά χάνεται η κοινωνική θέση, κάτι που μπορεί να φαντάζει ακόμη και τρομακτικό. Ίσως πρέπει να σκεφτείτε δυο φορές προτού μιλήσετε ώστε να αποφύγετε αυτοματοποιημένες αντιδράσεις. Είναι πράγματι πρωτόγνωρο να μην έχει σημασία η ηλικία σας, το μορφωτικό σας επίπεδο, η θέση σας στην εταιρεία, το αν είστε ο γονιός του συνομιλητή σας ή αν έχετε περισσότερη εμπειρία στο συγκεκριμένο θέμα, αν έχετε PhD ή ότι θα κριθείτε από την ομάδα.

Από την άλλη, οι ανειλικρινείς εκφράσεις ενδιαφέροντος αυτόματα ανιχνεύονται, σημειώνει ο Schein, οπότε το βιβλίο του είναι κατάλληλο για όποιον ενδιαφέρεται ειλικρινά να αλλάξει, έχει ένα βαθύ ενδιαφέρον να μάθει από τους άλλους και πιστεύει πως οι σχέσεις είναι πάνω από τους προσωπικούς στόχους αλλά αισθάνεται παράλληλα και εγκλωβισμένος από τα κοινωνικά “πρέπει” ή την περηφάνια του.

“Η Ταπεινή Περιέργεια αυξάνει το ενδιαφέρον μου για τον Άλλο και μειώνει τα στεγανά και τις προκαταλήψεις σχετικά με τους άλλους αθρώπους”, γράφει ο Schein. “Αποδέχομαι την άγνοιά μου και ζητώ πληροφορίες με τον πιο ανοιχτό και ελάχιστα απειλητικό για τον Άλλο τρόπο”.

Ανάμεσα στις γενικότερες οδηγίες του ώστε να καλλιεργήσουμε μια ειλικρινή Ταπεινή Περιέργεια, περιλαμβάνονται τα ταξίδια σε μακρινές και πολύ διαφορετικής κουλτούρας χώρες, η ανάπτυξη της παρατηρητικότητας με μαθήματα τέχνης και mindfulness, το θέατρο και η διατήρηση προσωπικού ημερολογίου. Στόχος είναι να αναπτύξουμε την ικανότητα παρατήρησης και να ασκηθούμε στο να σκεφτόμαστε δημιουργικά. Επίσης, να αναγνωρίσουμε πόσα ακόμη έχουμε να μάθουμε και πόση άσκηση χρειαζόμαστε ώστε να βάλουμε στην άκρη την παρόρμησή μας να “μιλήσουμε” αντί για να ρωτήσουμε.

“Και καθώς εσείς αλλάζετε”, προειδοποιεί, “οι φίλοι σας και συνεργάτες θα αντιδράσουν με έκπληξη στην καινούρια συμπεριφορά σας”.

Πηγή: qz.com
Συγγραφέας: Lila MacLellan
Μετάφραση: Μαρία Μαγγανάρη
Msc in Person-Centred Counselling and Psychotherapy,
P.E.T., T.E.T., M.B.A.
mariamanganari.gr