Αρχική Απόψεις Aρθρα Η τόλμη μιας «μακαρονάδας», του Κοσμά Τσόλα

Η τόλμη μιας «μακαρονάδας», του Κοσμά Τσόλα

174

Είναι φορές που σκέφτομαι την πράξη της λογοτεχνικής δημιουργίας, όπως εκείνη της πτήσης ενός αερόστατου.
Οι ομοιότητες και οι αναλογίες που διακρίνω, είναι ότι ενέχουν και τα δύο ένα παράδοξο.
Το αερόστατο, μια ανθρώπινη κατασκευή βαρύτερη από τον αέρα, μπορεί να απογειωθεί και να πετάξει, εμφυσώντας μέσα στο μπαλόνι της καυτό αέρα.
Από το ψάθινο καλάθι μας αποκαλύπτεται αίφνης ένας κόσμος, που ενώ είναι ο ίδιος, είναι εκείνος που ζούμε κι αναπνέουμε, η όψη του τώρα είναι τόσο αλλαγμένη τόσο διαφορετική, που μας κάνει κι απορούμε με αυτήν την αποκάλυψη.
Είναι σίγουρο πως ποτέ δεν θα μπορούσαμε καν να υποπτευθούμε την ύπαρξή του και για αυτό φαντάζει εμπρός μας τόσο γοητευτικός και μυστηριώδης.
Περίπου, τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο συμβαίνει και με την επιτυχημένη λογοτεχνία.
Σε ένα υλικό αντικείμενο, το βιβλίο εν προκειμένω, βαρύτερο από την σκέψη και την φαντασία του αναγνώστη, ο τεχνίτης φυσά τις λέξεις μέσα του και κείνο απογειώνεται φανερώνοντας μας οράματα, εικόνες, άγνωστες πτυχές κόσμων που ποτέ μας δε θα είχαμε φανταστεί.
Βεβαίως, να σημειωθεί ότι οι πτήσεις δεν είναι πάντα επιτυχημένες και ενίοτε εκδηλώνονται και ατυχήματα.
Ουκ ολίγες φορές το αερόστατο παραμένει γειωμένο παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του τεχνίτη να εμφυσήσει μέσα του κι άλλο αέρα που δυστυχώς κάποτε αποδεικνύεται κοπανιστός.
Παρακολουθώ την λογοτεχνική πορεία του Κ. Ζαφείρη εδώ και αρκετά χρόνια, από την έκδοση της πρώτης ποιητικής του συλλογής.
Εκεί πρωτοφανερώθηκε με πλήρη λυρικό εξοπλισμό και ενδυμασία, ενώ κατόπιν, απροσδόκητα για εμένα τουλάχιστον, στράφηκε στην πεζογραφία.

Αυτό που θα διέκρινα σαν αναγνώστης του, είναι πως από εκείνη τη στροφή και μετά συντελέστηκε αυτό που διαπερνά όλη την κατοπινή λογοτεχνική του παραγωγή.
Δηλαδή η διάθεσή του για απαλλαγή και αφαίρεση από τα περιττά και η εστίασή του στα ουσιώδη.
Στο τελευταίο βιβλίο του «Η μακαρονάδα της Αμβέρσας» η δήλωση αυτή είναι πια εμφατική.
Οι ιστορίες του στέκονται ως κίονες δωρικοί στο μεσημέρι, χωρίς καμιά διάθεση να καταπλήξουν η να εντυπωσιάσουν.
Δύσκολα ανιχνεύει κανείς κάποιο λογοτεχνικό στολίδι από τα συνηθισμένα.
Δυσεύρετες παρομοιώσεις και μεταφορές, λέξεις φθαρμένες και συνηθισμένες, ύφος κυριολεκτικά πεζό και αγοραίο.
Δροσιά λίγη στο ξερό τοπίο.

Επειδή τυχαίνει να ξέρω τον ίδιο και το βάθος της λογοτεχνικής του παιδείας, αποκτημένης προσωπικά και με ατελείωτο διάβασμα, είμαι πεισμένος ότι αυτή η αφαιρετική διάθεση καλλιεργήθηκε με κόπο όλα αυτά τα χρόνια.
Είμαι σίγουρος ότι Κ. Ζαφείρης θα μπορούσε να κοσμήσει και να καθωσπρεπίσει (συγνώμη για το νεολογισμό) τα κείμενά του με στολίδια, αποκρύπτοντας με αυτό τον τρόπο τον εαυτό του από τον αναγνώστη και θολώνοντας τα νερά.
Όμως τολμά να μην το πράξει.
Χρειάζεται τόλμη ώστε να απομείνεις γυμνός και ανυπόδητος μπροστά στους άλλους ενώ μπορείς να φορέσεις τα καλά σου ρούχα και να εντυπωσιάσεις με την εμφάνισή σου.
Χρειάζεται τόλμη να αποφύγεις τα πολλά καρυκεύματα που μπορείς και ξέρεις να χρησιμοποιήσεις, ώστε να γαργαλήσεις τα ρουθούνια του αναγνώστη αλλά να επιλέξεις να βασιστείς πάνω στα καλά υλικά, για ένα τίμια μαγειρεμένο φαγητό.

Ο Κ. Ζαφείρης για να απογειώσει το δικό του αερόστατο προτίμησε να πετάξει τα περιττά βάρη για να το ελαφρώσει, παρά να φουσκώσει με ξένα καύσιμα το δικό του μπαλόνι.
Και θα ήθελα να πω στους μελλοντικούς αναγνώστες μα και σε κείνον ότι ναι φίλε Κώστα πετάει, πετάει…

Κοσμάς Τσόλας