Αρχική Απόψεις Aρθρα Η ζεστασιά της ξυλόσομπας, της Σ. Καρασούλη

Η ζεστασιά της ξυλόσομπας, της Σ. Καρασούλη

112
Τις νύχτες όταν εφύσαγε ο βοριάς, έλεγες ότι αρμένιζε το σπίτι και τρίζανε τα μπουριά κι η σιδερένια ανεμόσκαλα της ταράτσας. Εκείνα τα βράδια συλλογιόμασταν τους ναυτικούς μας περισσότερο – «Καλή τους ώρα εκεί στα πέλαγα…» έλεγε η μητέρα μου κι έκανε το σταυρό της.
Τι γλύκα, όμως, που είχε η ζεστασιά της ξυλόσομπας και πόσο μού άρεσε ν´ανοίγω το πορτάκι της και να την «ταίζω» με ξύλα. Θυμάμαι έβραζε νερό σε μια παλιά χύτρα, κι έτσι ήταν έτοιμο πάντα για να το βάλουμε στο μπρίκι με τα βραστικά μας: φρασκομηλιά, τίλιο, και -τ´αγαπημένο του πατέρα μου- μελισσάκι. Μοσχοβολούσε η κουζίνα! Βάζαμε μια κουταλιά μέλι Ψαριανό στο βραστικό, τρώγαμε μαζί και κανένα κουρκουμπινάκι αμέλωτο. Τα μελωμένα κουρκουμπίνια περιμέναμε να τα φάμε πια τα Χριστουγεννόσκολα, μαζί με τους κουραμπιέδες και τα φοινίκια. «Κάθε πράγμα στον καιρό του!» έλεγε η γιαγιά η Ασπασία, που έμενε στο κάτω σπίτι. Καμιά φορά η γιαγιά μάς εχτυπούσε σήμα με το μπαστούνι και κατεβαίναμε να της κάνουμε παρέα γύρω από το μαγκάλι όπου είχε πάντα ζεστά σε τσίγκινο πιατάκι ζεβλεπιές και φυστικάκια.
Στο χωραφάκι μας τέτοια εποχή οι μανταρινιές γέμιζαν μανταρίνια χιώτικα, μυρωδάτα.
Καλώς μάς ήρθες, Δεκέμβρη, με γεύση μανταρινιού και μυρωδιά φρασκομηλιάς, με γιορτινά φωτάκια, κι αναμνήσεις γλυκιές, παιδικές! Καλό μήνα!