Αρχική Απόψεις Aρθρα Κάτω, του Κοσμά Τσόλα

Κάτω, του Κοσμά Τσόλα

369

Τί το ‘θελα να σηκωθώ νυχτιάτικα, πολυτέλεια πια και στο μέρος να πας, ευτυχώς μάλλον δεν ήσπασα τίποτα, τώρα πώς θα περάσει η βραδιά, μου λές;  το κυπαρίσσι καίγεται κι η ρίζα του μυρίζει… πώς πήγαινε παρακάτω, δε μπορώ να θυμηθώ, να δεις που όλο το βράδυ θα περάσω να πολεμώ να θυμηθώ το παίνεμα, τέτοια ώρα ήταν που χτυπούσαν στα σπίτια, ακουγότανε από μακριά η γκάιντα κι όλο πλησίαζε κι έφτανε μέχρι την πόρτα μας, ήτανε ο κουτσοδαίμονας με το ούτι, εκείνος ήλεγε τα παινέματα.

Τουλάχιστο να ‘πεφτα πάνω στο χαλάκι,  στο μωσαϊκό βρήκα να πέσω, εδωνά παγώνουν τα πλευρά μου, που κατήντησα, να μην με βαστούν τα πόδια μου, κατάντημα, κατάντημα, το είπα εγώ στη Βιόλα να στρώσομε και το υπόλοιπο σπίτι, να τη φώτιζε ο Θεός, να ‘ρχότανε λίγο πιο νωρίς το πρωί μπας και με σηκώσει.

Ο Δημητρός με ξυπνούσε κάθε πρωί, εκείνος  ήτανε στο πόδι αξημέρωτα, πήγαινε να μαζέψει βιορέτες τέτοιες μέρες,  μετά ετοίμαζε τον καφέ μας, μοσκοβολούσε το σπίτι από τα γλυκά κι από τη γεμιστή γαλοπούλα, του άρεσε πολύ του μεγάλου να τρώει τη γέμιση, ήβαζα σταφίδες, κουκουνάρι, κάστανα απ’ όλα,  στο μικρό άρεσε η ομελέτα με τον παστουρμά, το κυπαρίσσι καίγεται… θα σκάσω άμα δε το θυμηθώ, τί κόσμος, τί φώτα, τί τραπέζια τότε, τί γέλια, τί χαρά, βιορέτες μου μυρίσανε, έλα Χριστέ και Παναγιά, βιορέτες μες στη νύχτα, Δημητροοοό, Δημητρό,εσύ είσαι που φώναξες; ορίστε τώρα ακούω και φωνές,  αχ να ‘σουν εδώ τώρα κι ας ήλεγα ότι γρίνιαζες,  εσύ ήφυγες, ησύχασες, τώρα εγώ τί θ’ απογίνω μόνη μου, λείπουν όλοι, σκοτείνιασε το σπίτι μας, ερήμωσε, έφυγαν τα παιδιά, πέταξαν στις φωλιές τους, πουλιά που πέταξαν, σαν τα χρόνια, να μπορούσα να φτάσω το τηλέφωνο να τους πάρω, δε βαριέσαι, θα ανησυχήσουν κι εκείνα, ξάπλωναν στα κρεβατάκια τους και σηκωνόμουν και τα ‘βλεπα κουκουλωμένα να κοιμούνται ήσυχα, εδώ θα την περάσω μέχρι το πρωί, ωραία παραμονή θα κάνω.

Τουλάχιστο να θυμόμουν το παίνεμα, το κυπαρίσσι καίγεται, κι η ρίζα του μυρίζει.., περάσαμε καλά χρόνια, αγαπηθήκαμε κι ας μας ρήμαξε ο πόλεμος κι η ανέχεια στην αρχή, ένα μαξιλάρι μωρέ, να τραβούσα το μαξιλάρι να ακουμπήσω λίγο, μα κι ευτός ο καναπές μίλια μακριά, άραγε πού να ‘ναι τώρα τα παιδιά, να περνούνε καλά, μόνο αυτό θέλω, να είναι ευτυχισμένα με την οικογένειά τους, τί το ’θελα να σηκωθώ νυχτιάτικα, νά τα αποτελέσματα τώρα, κρυώνω, κρυώνω, να σερνόμουν τουλάχιστο μέχρι το κρεβάτι, μπας και τραβούσα ένα σκέπασμα να μην παγώσω όλη τη νύχτα, ακόμα και να κοιμηθώ θα μπορούσα άμα κατάφερνα να σκεπαστώ, να συρθώ λιγάκι, να φύγω από το μωσαϊκό να μην παγώνω και θα τη περνούσα τη βραδιά.

Το κυπαρίσσι καίγεται, κι η ρίζα του μυρίζει…,  θα με τρελάνει εδευτό το παίνεμα άμα δε το θυμηθώ, τουλάχιστο θα πεις, έχεις κάτι να σκέφτεσαι μέχρι να ξημερώσει, άκου ένας αέρας με βροχή έξω, χιονόνερο, όπως τότε που μπαρκάριζες άντρα μου, άραγε σου ανάβει κανείς το καντήλι τέτοιες μέρες η είσαι σκοτεινός  Δημητρό μου, πώς πέρασε έτσι η ζωή, μια αστραπή ήτανε, τουλάχιστο να ‘χα τα μάτια μου να τον δώ, τη μέρα που τον πήραν με το ασθενοφόρο και φιληθήκαμε, το καταλάβαμε κι οι δυο πως δεν θα ανταμωθούμε ξανά, ότι στο σπίτι δε θα ξαναγυρίσει, άραγε πού να ‘ναι τώρα;

Νάτο μωρέ κι έσκασα, αυτό είναι, αυτό είναι, άραγε που ‘ναι, ο άντρας  σου, ποιες χώρες να γυρίζει;

Σιγοτραγουδά μόνη της στο σκοτεινό κι έρημο σπίτι.

«Το κυπαρίσσι καίγεται κι η ρίζα του μυρίζει,

άραγε που ‘ναι ο άντρας σου, ποιες χώρες να γυρίζει;».

Κοσμάς Τσόλας