Αρχική Απόψεις Aρθρα Φραγκούλης Κυλαδίτης: τα άλλα… «βαρελόσκυλα»*

Φραγκούλης Κυλαδίτης: τα άλλα… «βαρελόσκυλα»*

113

Οδός Νεωρίων ή πιο σωστά «Φτωχιά Προκυμαία», όπως την ξέραμε και την ξέρουμε όσοι τη ζήσαμε από τα παιδικά μας χρόνια φτωχειά μα όμορφη, μέσα στη δράση της καθημερινότητας με τα βοτσαλάκια της που ακόμα φαίνονταν, με τα μηχανουργεία και τα μαγαζιά των ναυτιλιακών, τα κουρεία, το μικρομάγαζο της μπουγάτσας που «ταξίδευε» ξημερώματα για Μυτιλήνη, τους παγωτατζήδες, τα καφενεδάκια με το μεζέ του ούζου, τους ψαράδες και τους καπεταναίους των ψαροκάικων.
Μα πάνω απ’ όλα το στολίδι της, τον κινηματογράφο REX. Ένας κόσμος που έσβησε παραχωρώντας τη θέση του σ’ έναν άλλο, σύγχρονο πια.
Το REX στέκεται ακόμα, χάσκοντας ξεδοντιασμένο και ετοιμόρροπο, αναπολώντας το χαμένο μεγαλείο του, καλυμμένο με ένα κουρελιασμένο πανό από τα εκατόχρονα της απελευθέρωσης του νησιού: «Ελεύθερη σε χαιρετώ, μυριανθισμένη γη…». Η οδός Νεωρίων μπήκε πλέον στον αστερισμό της “ανάπτυξης”, δίχως βοτσαλάκια, μηχανουργεία ούτε και τη ναυπηγοεπισκευαστική δραστηριότητα, που κάποτε της έδινε ζωή. «Αναβαθμισμένος» χώρος πρυμνοδέτησης επιβατηγών, χώροςκαταστημάτων εστίασης, ενοικιάσεως αυτοκινήτων, πρακτορείων έκδοσης εισιτηρίων κ.λπ. κ.λπ. Όλα ακολουθούν την «ανάπτυξη» που οσονούπω έρχεται και που, ως φαίνεται, είναι τόσο βαριά που το κρηπίδωμα δεν την άντεξε και άρχισε να υποχωρεί.
Η «Φτωχιά Προκυμαία» άλλαξε, μα εμείς, έστω κι έτσι, δεν την απαρνηθήκαμε. Ντάλα μεσημέρι βαδίζω στο πεζοδρόμιό της από την πλευρά του λιμανιού. Το πλοίο της γραμμής μπαίνει.
«Καλοκαιράκι», σκέφτομαι, «κι από Οκτώβρη, όποιος θε να ταξιδέψει, δε θα καθίζει μόνο στον περίγιαλο, μα θα πληρώνει κι ενάμισι γιαούρτι ρεγάλο (1 ευρώ) στους ειδικούς της ασφάλειας για να τον ψάξουν μπας κι είναι τρομοκράτης και δεν το ξέρει. Οδηγία της ΕΕ και τα σκυλιά δεμενα… Κοίτα ενδιαφέρον για την ασφάλειά μας! Βλέπεις, ακόμη εχουμε λίγο αίμα να μας ρουφήξουν…». Κι ενώ σκέφτομαι όλα τούτα, ένα ανθρώπινο λεφούσι φράζει μπροστά μου το πεζοδρόμιο. «Από ‘δω είναι η είσοδος για το πλοίο, όχι εκεί που περιμέναμε», φωνάζουν οι πίσω πίσω. Στην ουρά όλοι και αναμονή πάνω στο πεζοδρόμιο για να μπουν στο χώρο πρόσδεσης.
Συγχρόνως οι λιμενικοί υπάλληλοι με κάθε τρόπο προσπαθούν να εξυπηρετήσουν τους ταξιδιώτες που αναμένουν στο πεζοδρόμιο, τους πεζούς που δεν μπορούν να περάσουν από αυτό και βγαίνουν στο οδόστρωμα και τους οδηγούς που, με το δίκιο τους κορνάρουν, για να αποφύγουν το ατύχημα. Ο μεγάλος όμως χαμένος είναι ο ταξιδιώτης. Περιμένει…. περιμένει με στωικότητα. «Ανατολία σημαίνει υπομονή» μου ‘λεγε ένας φίλος Τούρκος, θέλοντας να μου τονίσει ότι η υπομονή είναι το χαρακτηριστικό της Ανατολίας. Τούτο όμως που βλέπω εδώ δεν έχει να κάνει με υπομονή ανθρώπινη, αλλά με γαϊδουρινή. Ούτε τετράποδο δε θα ανεχόταν τέτοιο μαρτύριο. Με έναν ήλιο να σε χτυπά αλύπητα, με τη θερμοκρασία να ξεπερνά τους 37 βαθμούς, με τους υποψήφιους ταξιδιώτες πάνω σε ένα πεζοδρόμιο, χωρίς σκιά, όρθιους, ζουμπηγμένους σαν σαρδέλες σε σαρδελοκούτι, με ηλικιωμένους να ζητάνε απεγνωσμένα σκιά στα καχεκτικά φυτά ενός παραπλήσιου παρτεριού, μωρά να κλαίνε, ο ένας να τα βάζει με τον άλλον και κανείς τους να μην αντιλαμβάνεται το πρόδηλο «γιατί». Για ποια «Ανατολία» και ποια «υπομονή» να μιλήσεις, λοιπόν, φίλεΟνούρ, έστω και μεταφορικά; Αν ήταν βαρελόσκυλα*τούτοι οι άνθρωποι, κάποιος θα βρισκόταν να κάνει μια μήνυση για κακοποίηση, σ’ όσους τους έχουν κάτω από τις απάράδεκτες συνθήκες, μα ούτε για βαρελόσκυλα δεν τους λογαριάζουν.
Επιτέλους, το πλοίο δένει. Η ουρά αρχίζει να σαλεύει. «Προχωρείτε, κύριε, μην καθυστερείτε». «Πώς να προχωρήσω, παιδάκι μου, ογδόντα χρονών άνθρωπος, με τέτοια θερμοκρασία;» Μωρά τσιρίζουν, γιαγιάδες καταρρέουν, ζευγάρια φιλιούνται, φίλοι αποχαιρετιούνται, μαρσαρίσματα και αναθυμιάσεις ντίζελ από νταλίκες αναπέμπουν το άσμα: «Αλά της διαβολάκο, τ’ αφεντικά της κόλασης, σου σκάψανε το λάκκο». Κόλαση, ναι…κόλαση. Γίναμε τώρα…»μια ωραία ατμόσφαιρα», όπως θα έλεγε κι ο Ντίνος Ηλιόπουλος. Και είναι καλοκαίρι. Το χειμώνα τι θα γίνει με το κρύο, τις βροχές, τους αέρηδες; Ε, ως τότε που θα γίνουν οι εργασίες υποσκαφής στην προβλήτα και θα παραδοθεί στην «ανάπτυξη» και η βορειοδυτική ράμπα πρόσδεσης -αυτή ντε, που μοιάζει με την πυραμίδα του Χέοπα και τώρα είναι άχρηστη- ίσως να χρησιμοποιηθεί και η «ολίγη από στέγαστρο» που υπάρχει κοντά της. Αν. Λέμε αν, αφού μέχρι τότε, «Κύριος οίδε». Πάντως, ως τότε, όσοι βρίσκονται να ταξιδεύουν, αφού ούτως ή άλλως θα περάσουν αυτή τη δοκιμασία της πρωτοποριακής σπαρτιατικής παραμονής, ας έχουν μαζί τους τα απαραίτητα: Κρύο νεράκι, αντηλιακό, καπέλο, παγοκυψέλες, βεντάλιες, τα φάρμακα για κανένα καρδιακό επεισόδιο, το τηλέφωνο του ΕΚΑΒ, ε… και κανένας απινιδωτής δε θα έβλαπτε. Ως το χειμώνα, ζωή να ‘χουμε, θα χρειαστούμε άλλον, χειμωνιάτικο εξοπλισμό.
Οι κάβοι λύνουν,το πλοίο φεύγει και μαζί του οι ταλαίπωροι επιβάτες. Το χαμένο πεζοδρόμιο ξαναβρίσκει το σκοπό ύπαρξής του. Ο κόσμος ξαναβρίσκει τους ρυθμούς του. ‘Εμειναν να θυμίζουν το μαρτύριο των επιβατών μόνο τα φορητά κάγκελα του Λιμενικού Ταμείου που θα χρησιμοποιηθούν εκ νέου, για να ορίσουν το χώρο εισόδου και αναμονής στην ύπαιθρο με την άφιξη του επόμενου πλοίου της γραμμής.
Επειδή δε νομίζω να αναρωτηθεί κανείς απ’ όσους τελοσπάντων οφείλουν να το κάνουν, «τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε, αφού με ήλιο τα βγάζω, με ήλιο τα βάζω;» ή να ζητήσουν συγγνώμη (!!!) από τους καθημερινά ταλαιπωρούμενους επιβάτες, θα πρότεινα εγώ, σαν υποστηρικτής μιας ανθρωποκεντρικής ανάπτυξης και όχι της λογικής κόστους-κέρδους, να ζητήσουν συγγνώμη η «Φτωχιά Προκυμαία», η ράμπα-πυραμίδα, η «ολίγη από στέγαστρο», τα βαριά οχήματα, οι προπέλες των πλοίων, το κρηπίδωμα που υποχωρεί και ο κακός μας ο φλάρος. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορούμε να χαλάσουμε την καρδιά της Ε.Ε. και να μη δεχτούμε την «οδηγία» της για ατομικό έλεγχο κατά την είσοδό μας στα πλοία και με δικά μας έξοδα. Εκεί, θα βρούμε και τόπο και τρόπο να το κάνουμε άμεσα.-

*βαρελόσκυλα: Τα σκυλιά που ζουν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες , δεμένα με μια αλυσίδα, μέσα σε ένα βαρέλι, χειμώνα καλοκαίρι.

Χίος, 30-7-2017
Φραγκούλης Π. Κυλαδίτης