Αρχική Πολιτισμός Λογοτεχνικό Εργαστήριο 2 Λάθος διάγνωση, της Ολγας Κοτοπούλη

Λάθος διάγνωση, της Ολγας Κοτοπούλη

238

Δύσκολη μέρα η αυριανή σκέφτηκε ο Μιχάλης καθώς κοίταξε από την πόρτα, μέσα στο θάλαμο , την Αννέτα που επιτέλους κοιμόταν. Άρχισε να περπατά στον άδειο διάδρομο του νοσοκομείου πάνω κάτω. Έψαξε στην τσέπη του πουκαμίσου του τα τσιγάρα και βγήκε στο πλαϊνό μπαλκόνι να καπνίσει ένα ακόμα. Είδε το ρολόι του, η ώρα ήταν 1:30, ησυχία έξω. Αναστέναξε ·θυμήθηκε τα λόγια του Κυρίου καθηγητή· μην ανησυχείτε Κε Αθανασίου του είχε πει, μπορεί η εγχείρηση που θα κάνουμε αύριο στην σύζυγό σας να είναι δύσκολη αλλά ο όγκος πρέπει και θα αφαιρεθεί, με κατάλληλη αγωγή δε, που θα της δώσουμε μετά, ελπίζουμε ότι όλα θα πάνε καλά.
της Ολγας Κοτοπούλη

Ο καθηγητής Σταμάτης Καρύδης ήταν έμπειρος νευροχειρουργός , θεωρείτο αυθεντία. Μέσον είχαν βάλει για να τους δεχτεί γρήγορα όταν διαγνώστηκε ότι οι λιποθυμίες και οι ζαλάδες της Αννέτας δεν οφείλονταν σε πιθανή εγκυμοσύνη όπως πίστευαν. Ο Μιχάλης έσβησε το τσιγάρο του και καθώς έμπαινε μέσα, είδε στην άκρη του διαδρόμου έναν νεαρό γιατρό. Τον αναγνώρισε, τον είχε δει και το μεσημέρι να βγαίνει από το γραφείου του Κου καθηγητή όταν πήγε για να κανονίσει την πληρωμή· ήταν ο βοηθός του.
‎Ο νεαρός νευροχειρουργός Διονύσης Βάλσαμος από το μεσημέρι που πήρε τον φάκελο της ασθενούς και είδε το όνομά της, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Ξύπνησαν μνήμες και εφιάλτες που χρόνια προσπαθούσε να ξεχάσει. Αύγουστος του ‘53 πίσω στο νησί του, ο καταστροφικός σεισμός άλλαξε την ζωή όλων, μαζί και τη δική του. Εκείνη την ημέρα έχασε πατέρα και αδελφό και έμεινε πια το μόνο στήριγμα για την μάνα του που είχε ήδη, κλονισμένη υγεία. Έζησαν όλο το φθινόπωρο και τον χειμώνα στον καταυλισμό που έστησε ο στρατός. Δίπλα τους έμενε ο κυρ Ζέππος με την γυναίκα του την Κυρά Μαύρα · του στάθηκε σαν πατέρας από την πρώτη στιγμή. Γιο δεν είχε πάρα μόνο δυο κόρες. Ο κυρ Ζέππος με τις λίρες που είχε κρυμμένες και πρόφτασε και πήρε από το σπίτι του, πριν παραδοθεί και αυτό στις φλόγες, όπως όλη η πόλη λίγο μετά τον σεισμό, τις έστειλε αμέσως εσωτερικές σε οικοτροφείο των Πατρών . Σκέφτηκε, πως καθώς προίκα δεν θα είχε πια να τους δώσει, η μόρφωση και το ήθος τους θα ήταν η μόνη τους προίκα. Δύσκολες οι μέρες στον καταυλισμό ειδικά όταν ήρθε ο χειμώνας. Η μάνα του Διονύση δεν άντεξε από την κακουχία και την στενοχώρια, πέθανε μέσα σε πέντε μέρες από πυρετό που γύρισε σε πνευμονία. Έμεινε μόνος. Ο κυρ Ζέππος είχε πιάσει δουλειά στις αποθήκες του συνεταιρισμού για να βγάζει τα προς το ζην και τον πήρε υπό την προστασία του αμέσως .Τον έπεισε να μην παρατήσει το σχολείο· τον έβλεπε ότι αγαπούσε τα γράμματα και τον βοήθησε μέχρι να τελειώσει το γυμνάσιο. Όταν το τελείωσε, o κυρ Ζέππος ήταν αυτός που έψαξε και βρήκε στην Αγγλία την θεια του Διονύση, την μεγάλη αδελφή του πατέρα του, η οποία είχε κλεφτεί στον πόλεμο με έναν Εγγλέζο στρατιώτη. Μέχρι και στην Αθήνα ταξίδεψε μαζί του, του έδωσε χρήματα να κρατάει για το ταξίδι , για παν ενδεχόμενο, του έδωσε την ευχή του και τον έβαλε στο αεροπλάνο για το Λονδίνο, όπου θα τον περίμενε η θεία του . Εκεί σπούδασε γιατρός , πήρε ειδικότητα και πρόσφατα γύρισε στην Ελλάδα να αναλάβει βοηθός του νευροχειρουργού Σταμάτη Καρύδη.
Και τώρα ο Διονύσης, έπρεπε, να μιλήσει ή να σωπάσει. Η κόρη, του μακαρίτη πια κυρ Ζέππου, η Αννέτα είχε όγκο στο κεφάλι σύμφωνα με την λάθος διάγνωση που έκανε ο Κος καθηγητής και από την εγχείρηση εάν έβγαινε ζωντανή ,σίγουρα θα έβγαινε ανάπηρη. Αυτό το τελευταίο ειδικά, δεν το γνώριζαν η Αννέτα και ο Μιχάλης, ούτε σαν πιθανότητα. Τους το είχε αποκρύψει σκοπίμως ο Σταμάτης Καρύδης που είχε ζητήσει και είχε πληρωθεί εκ των προτέρων για τις υπηρεσίες του. Αφού πάλεψε με την συνείδηση του ο Διονύσης αποφάσισε να μιλήσει στον Μιχάλη Αθανασίου και ας μην τον ήξερε. Θα του έλεγε την αλήθεια και θα τον συμβούλευε να μην γίνει η εγχείρηση και ας ρίσκαρε την καριέρα του· γι αυτό βρισκόταν στην άκρη του διαδρόμου ·μα τον πρόλαβαν τα γεγονότα. Θόρυβος μεγάλος ακούστηκε από την λεωφόρο. Βγήκε στο μπαλκόνι τρέχοντας, είδε τανκς να κατηφορίζουν προς το Σύνταγμα. Ασθενείς και συνοδοί βγήκαν στους διαδρόμους και στα παράθυρα. Η Αννέτα ξύπνησε από τον θόρυβο και βγήκε στον διάδρομο να βρει τον Μιχάλη. Τι συμβαίνει Μιχάλη; τον ρώτησε όταν τον είδε. Αυτό που φοβόμασταν , δικτατορία , της απάντησε κοφτά. Πάμε να φύγουμε από εδώ τώρα , θέλω να πάω στα παιδιά μου, του είπε εκείνη αποφασιστικά , ας γίνει αργότερα η εγχείρηση. Η Αννέτα μπήκε γρήγορα στο θάλαμο, ντύθηκε, βγήκε στο διάδρομο, τράβηξε τον Μιχάλη από το χέρι και κατέβηκαν τρέχοντας τις σκάλες.

(Τα κείμενα είναι γραμμένα στα πλαίσια του Λογοτεχνικού Εργαστηρίου του Ομήρειου Πνευματικού Κέντρου Δήμου Χίου (2018), με εμψυχωτή τον Γιάννη Μακριδάκη και δημοσιεύονται με τη σύμφωνη γνώμη των δημιουργών τους.).