Αρχική Απόψεις Aρθρα Θανατηφόρο δηλητήριο…, του Λεωνίδα Καρακούρου

Θανατηφόρο δηλητήριο…, του Λεωνίδα Καρακούρου

175

ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ…
Ύστερα από ένα αρκετά μεγάλο διάστημα απουσίας μου για σοβαρούς προσωπικούς λόγους, γύρισα ξανά όπως πάντα έκανα, στο γνώριμο περιβάλλον του νησιού που σπάνια έχω αφήσει. Όχι πως δεν ξεκόλλησα ποτέ μου. Πάντα υπήρχαν οι λόγοι για μια μικρή ή μεγάλη απόδραση, προσωρινή όμως γιατί πάντα ένιωθα και με έτρωγε ανεπανόρθωτα μια τρομερή νοσταλγία.
Μπορούσα πάντως σ’ αυτό το τελευταίο ταξίδι να κρατιέμαι ενημερωμένος για τα τεκταινόμενα όσο μου ήταν δυνατό και δεν το κρύβω, αγωνιούσα πάντα να μαθαίνω για τους πρόσφυγες, για την τύχη τους και το βρώμικο παιχνίδι που παίζεται σε βάρος τους από τους ανώνυμους πλην όμως γνωστούς, αλλά και άλλους κύκλους στο νησί. Για ένα ζήτημα που αφορά τη ζωή και το θάνατο, που αφορά ανθρώπινες ψυχές. Άνθρωποι που αφού κατόρθωσαν να ξεφύγουν από την πείνα και τον πόλεμο, μας χτύπησαν την πόρτα – βρεγμένοι, πεινασμένοι, κρυωμένοι, ματωμένοι, απελπισμένοι για μια … γωνιά.

Άνοιξε σιγά την πόρτα – έγραφε άλλοτε στους στοίχους του ο ιρλανδός Brendan Behan
…όλη τη ζωή μου χύνω δάκρυα
δάκρυα
το στόμα μου δεν ξέρει να
γελάει
άνοιξε λίγο το παράθυρο
κι ας το φυρό για το Χριστό…
Θυμήθηκα τις πρώτες εκείνες μέρες τους απλούς ανθρώπους που έπεσαν στη θάλασσα για να απλώσουν το χέρι και να διώξουν το φόβο από τα μάτια των παιδιών που τόσο μικρά είδαν το χάρο μπροστά τους μα και για να δώσουν κάποιο ρούχο καθαρό, να φέρουν φαγητό ζεστό, να πιάσουν τρυφερά τα μωρά που έτρεμαν. Ναι, οι απλοί αυτοί άνθρωποι είχαν μια μεγάλη αγκαλιά που η θέρμη της έλιωνε παγόβουνα, ανάσταινε πεθαμένους, έκανε τα μωρά να σωπαίνουν από το κλάμα και να βουτάνε ήρεμα πια στα βρεγμένα στήθη των μανάδων τους.
Θυμήθηκα ένα από κείνα τα χειμωνιάτικα βροχερά βράδια μέσα στις λάσπες του δημοτικού κήπου, όταν όλες οι πόρτες γύρω έμεναν σκληρά κι απάνθρωπα ερμητικά κλειστές, μια νεαρή κι αδύνατη κοπελίτσα με το σύντροφό της και το μικρό της αγοράκι που μου τράβηξε το μανίκι από πίσω και κάτι μου είπε σε άγνωστη γλώσσα που όμως κατάλαβα αμέσως. Έξη μαύρα και τρομαγμένα μάτια βρεγμένα μέχρι το κόκκαλο με ικέτευαν … εμένα (;) κρυώνουμε(!) ήταν σα να λένε, κι εγώ σαστισμένος και αμήχανος δεν ήξερα τι να κάνω. Λίγο πιο πέρα μια γλυκιά και καλή συμπατριώτισσά μας γέμισε από ένα μεγάλο καζάνι τρία φλιτζάνια ζεστό γάλα και τους το έδωσε. Κάτι ήταν κι αυτό… Τώρα που τους θυμήθηκα, φαντάζομαι να πραγματοποίησαν κάποια από τα όνειρά τους και να ταξίδεψαν στη γη της επαγγελίας τους πριν οι ανθρωποφύλακες των συνόρων στήσουν τα ηλεκτροφόρα σύρματα στο διάβα τους. Ώρα τους καλή.

Από τότε τα φύλλα της ιστορίας γύρισαν με τον αέρα άλλοτε γρήγορα κι άλλοτε πιο αργά όπως πάντα. Κι οι σελίδες αλίμονο καταγράφηκαν με μελανά χρώματα όπως ήταν γραφτό να γίνει. Κι όποιος θέλει και όποτε θέλει, μπορεί να τις φυλλομετρήσει. Θα μείνουν για πάντα αδιάψευστοι μάρτυρες στο μεγάλο βιβλίο της ιστορίας μας που είναι γεμάτο χρυσά και μαύρα γράμματα.
Εκεί που βρισκόμουν ρώτησα κάποιους από τη φιλική μου ομήγυρη γιατί δεν έρχονται πια στη Χίο που τους άρεσε όπως παλιά και πήρα μια συνταρακτική απάντηση: Στη Χίο, μου είπαν, έχετε πολλά μαύρα σκυλιά που δαγκώνουν και πράσινα φίδια με θανατηφόρο δηλητήριο…

Λεωνίδας Καρακούρος