Αρχική Απόψεις Aρθρα Μικρό αφιέρωμα στο Μάστρο Νικόλα Τουμάζο, σιδερά των Θυμιανών, γράφει ο Δ....

Μικρό αφιέρωμα στο Μάστρο Νικόλα Τουμάζο, σιδερά των Θυμιανών, γράφει ο Δ. Ψωμαδάκης

163

Κι έτσι ξαφνικά μαθαίνω ότι ο μάστρο Νικόλας ο Τουμάζος ο σιδεράς από τα Θυμιανά έφυγε στα ενενήντα τόσα χρόνια του.

Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που έρχονται στην μνήμη και ζωντανεύουν εικόνες από τη ζωή και το έργο των  ανθρώπων .

Θυμάμαι λίγο καιρό πριν στην προσπάθεια μου να συγκεντρώσω στοιχεία για τους σιδεράδες της Χίου έφτασα και στα Θυμιανά εκεί με την προτροπή του γνωστού Δασκάλου και ακούραστου συγγραφέα και λαογράφου των Θυμιανών κ. Κυριάκο Πρωάκη συνάντησα τον τελευταίο εν ζωή τότε από τους παλιούς σιδεράδες μαστρο- Νικόλα.
Μικρό αφιέρωμα
στο Μάστρο Νικόλα Τουμάζο

τον τελευταίο
απ’ τους παλιούς σιδεράδες
των Θυμιανών
γράφει ο Δημήτρης Ψωμαδάκης

Αφού γνωριστήκαμε κλείσαμε ραντεβού και έτσι ένα πρωινό Σαββάτου βρέθηκα στο σπίτι του. Με περίμενε καρτερικά ήσυχος γλυκύτατος καλοσυνάτος και χαμογελαστός με τα ζωηρά μεγάλα μάτια του να με κοιτάζουν ερευνητικά και ερωτηματικά.

«Τι θέλεις να σου πω» με ρωτάει.

-«Τα μυστικά της δουλειά σου» του είπα.

«Ποιος νοιάζεται για τη δουλειά του σιδερά (αναστενάζει) αν και εγώ ήμουνα και παπουτσής μ’ άρεσε αυτή η τέχνη συμπλήρωσε. Την τέχνη του σιδερά που λες την έμαθα από τον πατέρα μου Λευτέρη Τουμάζο (Τουμάζος όχι Τομάζος). Τότε, συνέχισε, τα παιδιά ακολουθούσαν την τέχνη του πατέρα τους. Είχε πολύ δουλειά, κατασκευή όλων των εργαλείων, επιδιορθώσεις εξαρτήματα οικοδομών, πέταλα για τα ζώα και τόσα άλλα. Με τον πατέρα μου δούλεψα αρκετά χρόνια και έμαθα την τέχνη. Εμένα όμως μου άρεσε η δουλειά του παπουτσή. Κι όταν μεγάλωσα έφυγα . Βρήκα ένα παπουτσή έμαθα την τέχνη και ξεκίνησα να δουλεύω μόνος μου σαν παπουτσής. Κάποια στιγμή τα παράτησα και ξανάγινα σιδεράς πεταλωτής, είχε πιο καλά λεφτά. Την τέχνη του παπουτσή όμως δεν την παράτησα ποτέ μέχρι και σήμερα. Σκληρή η δουλειά του σιδερά κάθε μέρα παλεύεις με την φωτιά και το σίδερο για να το μερώσεις και να το φέρεις εκεί που πρέπει».

Τα αργά βήματα του μας οδήγησαν στο κάτω μέρος του σπιτιού . Και τι ήταν αυτό στο άνοιγμα της πόρτας αντικρίσαμε σ ένα χώρο δύο διαφορετικά εργαστήρια. Εδώ ήταν συγκεντρωμένες οι μνήμες μιας ολόκληρης ζωής, τα εργαλεία της δουλειάς του. Στην μία πλευρά το εργαστήρι του παπουτσή στην άλλη του σιδερά. Σε μια κρεμάστρα στο τοίχο κρεμόταν μια λευκή ποδιά, την πήρε την φόρεσε πήγε και κάθισε πίσω απ’ το τραπεζάκι- πάγκο του παπουτσή. Μας έδειξε και ονομάτισε τα εργαλεία λίμα, σφυρί, φαλτσέτα, λαμπούνιο, ράσπα, σουβλί, αμόνι, καλαπόδια. Σηκώθηκε πήγε στην πλευρά του σιδερά, ένας πάγκος,, μια μέγγενη, αραδιασμένα διάφορα σφυριά, σ ένα κορμό ξαπλωμένο ξέπνοο το γέρικο βαρύ αμόνι και άλλα εργαλεία. Στο τοίχο αρμαθιές τα πέταλα που μας έδειξε με περίσσιο καμάρι. Ήταν στον αγαπημένο του χώρο, στο βασίλειο του…

– «Το σιδεράδικό μου ήταν στο κέντρο του χωριού εκεί που σήμερα είναι τα καφενεία όταν το έκλεισα μετέφερα τα εργαλεία εδώ.  Την δουλειά του σιδερά την ακολούθησε και ο γιός μου αυτός όμως έκανε πιο πολύ κλειδιά για στήριξη σπιτιών. Μετά κι αυτός τα παράτησε κι ασχολήθηκε με την πέτρα. Έφυγε νέος… (ένα δάκρυ κύλησε… σιωπή) έλα να σου δείξω τα έργα του».

Τον ακολούθησα πιο δίπλα στο εργαστήρι του γιού του. Έργα τέχνης από θυμιανούσικη πέτρα ήταν παντού στη σκάλα στους τοίχους στην αυλή. Τα κοίταζε, με κοίταζε, τα χάιδευε, με ρωτούσε (σιωπή)

-«Δεν είναι όμορφα;»

Η ψυχή τριγυρίζει εκεί που υπάρχουν μνήμες τα έργα είναι η ψυχή του ανθρώπου η μουσική των πραγμάτων ζωντανεύει την ύλη τα μάτια είναι ο καθρέπτης της ζωής .

Ο  μαστρο- Νικόλας δούλευε και την πέτρα μαζί με το γιό του ακούραστος πολυδουλευτής και πολυτεχνίτης καταπιανόταν με όλα . Ήσυχα αθόρυβα και ταπεινά σαν την εργάτρια μέλισσα.

Σκέφτομαι ότι το πιο σημαντικό και  πολύτιμο κομμάτι στον τόπο μας ήταν και είναι τα έργα των παλιών μαστόρων που παίρνανε ακατέργαστη  ύλη και της έδιναν πνοή και χρήση για να ομορφαίνει και να καλυτερεύει η ζωή του απλού ανθρώπου.

Πριν  μπουν τα βιομηχανοποιημένα μαζικά προϊόντα στη ζωή μας που εδώ στο τόπο μας άργησαν να φτάσουν,  οι μάστορες έφτιαχναν όλα τα χρειαζούμενα. Σιδεράδες, μαραγκοί, παπουτσήδες, φαναρτζήδες, αγγειοπλάστες, ραφτάδες και μοδίστρες, υφάντρες και τόσα άλλα επαγγέλματα που χάθηκαν στην δίνη του χρόνου.

Τον έβλεπα να αφηγείται αργά χαμηλόφωνα και προσπαθούσα  να τον φανταστώ μαζί με τους δεκάδες άλλους μαστόρους σκυμμένο στο καμίνι πάνω απ’ το αμόνι μέσα στη κάπνα μουτζουρωμένο με το σφυρί στο ένα χέρι το πυρωμένο ατσάλι στο άλλο να φαντάζει σαν γνήσιος απόγονος του Ηφαίστου.

Ας είναι τούτες οι σκέψεις ένα μνημόσυνο σε έναν απ’ τους τελευταίους παλιούς σιδεράδες του τόπου μας, στον μαστρο Νικόλα Τουμάζο που έφυγε αυτές τις μέρες για το μεγάλο ταξίδι.

Δημήτρης Ψωμαδάκης

12/11/2020