Αρχική Απόψεις Face-tweet Ο Σιδερής και η κουλουκιά, του Ιωάννη Μιχαλάκη

Ο Σιδερής και η κουλουκιά, του Ιωάννη Μιχαλάκη

73
Ιωάννης Μιχαλάκης
Ο Σιδερής και η κουλουκιά

Χειμώνας του 1974. Στο ντελικατέσεν του Κώστα Μιχαλάκη στο Μπέιρτς του Μπρούκλιν, προσπαθώ να συνειδητοποιήσω την κατάστασή μου, να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα της ζωής μου και κυρίως να συνεννοηθώ με του πελάτες, σε μια γλώσσα που αγνοώ παντελώς. Κάποια στιγμή, η πόρτα του μαγαζιού ανοίγει και ένα ζευγάρι, έρχεται προς το μέρος μου. Στιγμιαίος πανικός. Τι άραγε θα μου ζητήσουν; Θα το καταλάβω; Θα μπορέσω να ανταποκριθώ στις υποχρεώσεις του μπακαλόγατου που επιτελώ;
Ο άντρας προχωρά προς το μέρος μου, με κοιτάει κατ ευθείαν στα μάτια και σε σπαστά ελληνικά μ ερωτά: «Παρακαλώ, έχετε κουλουκιές»; Στιγμιαία έκπληξη και απορία. Κουλουκιές στο χωριό μου λέμε τις κόκκινες, καυτερές πιπεριές. Πού στο καλό τις θυμήθηκε ο παράξενος επισκέπτης μας; Γυρίζω προς το μέρος της Πόπης Μιχαλάκη που μαζί κάναμε την πρωινή βάρδια, ζητώντας βοήθεια. Με κοιτάει αμίλητη, έχω την εντύπωση ότι με βία κρατάει τα γέλια της. Η στιγμή της αμηχανίας δεν κρατάει πολύ. Ο παράξενος επισκέπτης ξεριζώνει γρήγορα το τεχνητό μουστάκι του και ανοίγει την αγκαλιά του:
-Γιάννη
-Σιδερή
Και αγκαλιαζόμαστε.
Φλας μπάκ τριάντα χρόνια πίσω, καλοκαίρι στα Κουρούνια. Ατμόσφαιρα ευδαιμονίας, καθώς στο σπίτι μας φιλοξενούμε το δικηγόρο θείο Βασίλη, τη γυναίκα του, που έχει το παράξενα γοητευτικό όνομα Μαλβίνα και τον γιό τους Σιδερή, ένα χρόνο μεγαλύτερό μου, ζωηρό, σκανταλιάρη και περίεργο για τα «χωριάτικα» πράγματα που για πρώτη φορά γνωρίζει. Ανάμεσά τους και οι Κουλουκιές που ο πατέρας έφερε από τον κήπο και άφησε στην ταράτσα του σπιτιού μας, με εντολή προς τον Σιδερή να μη τις βάλει στο στόμα του γιατί καίνε.
Ο Σιδερής όμως είναι περίεργος και θέλει να δοκιμάσει. Και αποφασίζει να δοκιμάσει στο δικό μου στόμα. Με τη βία; Με την πειθώ; Που να θυμάμαι μετά από τόσα χρόνια! Το γεγονός είναι ότι κάποια στιγμή έβαλα τα κλάματα από τον πόνο, τα χείλη μου, ο θείος μάλωσε τον άτακτο Σιδερή, και η ζωή συνεχίστηκε με τα χείλη μου πρησμένα για μερικές μέρες.
Και ιδού τώρα, μετά από τριάντα χρόνια, ο Σιδερής να με επισκέπτεται νεομετανάστη στην Αμερική, θυμίζοντας μου την παλιά και ξεχασμένη ιστορία.
Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ο θείος Βασίλης αηδιασμένος από την μεταπολεμική κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα, παίρνει την ηρωική απόφαση να μεταναστεύσει στην Αμερική και καρτερικά να υποστεί τις συνέπειες της πράξης του. Μοναδική παρηγοριά και δικαίωση του, οι σπουδές στην ιατρική του μοναχογιού του Σιδερή που τώρα έγινε Τζέρι.
Γιατρός σπούδασε, αλλά δικηγόρος ήθελε να γίνει. Και το συνδύασε παίρνοντας την ειδικότητα του ιατροδικαστή. Ξέρετε, στην Αμερική, για να ταφεί ένας νεκρός, θα πρέπει να βεβαιώσει το θάνατό του ιατροδικαστής. Και ο Σιδερής δικαίωσε τον νομοθέτη, διαπιστώνοντας κάποτε ότι ο θάνατος ενός ανθρώπου, δεν ήταν φυσιολογικός όπως τον παρουσίαζαν, αλλά δολοφονία. Έγινε, τότε μεγάλος δημοσιογραφικός θόρυβος και ο εξάδελφος Σιδερής πήρε περισσότερη δημοσιότητα από τα 15 λεπτά που δικαιούται ο κάθε άνθρωπος, σύμφωνα με τον Γουόρχολντ.
Ο Σιδερής, συντροφιά με την ωραία στη ψυχή και στο κορμί Μαρκέλλα, που μας έφυγε νωρίς, έκαμε μια όμορφη οικογένεια αποτελούμενη από τρείς κόρες (Μαλβίνα, Μαίρη Μπέθ και Βίβιαν), δε σταμάτησε όμως να θυμάται και να επισκέπτεται την Ελλάδα. Και κάθε φορά που έρχεται μαζεύει το σόι που ζει εδώ και μας τραπεζώνει. Για την ακρίβεια μας προσφέρει μιαν ευκαιρία να βρεθούμε, να συζητήσουμε και να τον καμαρώσουμε. Κάθε φορά, είναι αλήθεια, στα τραπέζια αυτά παρατηρούνται και μερικές ακούσιες απουσίες, οι φυσικοί νόμοι όμως είναι πάνω από τις επιθυμίες και δυνατότητες παρέμβασης μας.
Ένα τέτοιο τραπέζωμα είχαμε την περασμένη Κυριακή 18 Ιουνίου, στο πολύ καλό εστιατόριο «Γιάντες», του συγχωριανού μας Θανάση Καρυάμη.
Ο Σιδερής μας ήρθε με την μικρότερη κόρη του τη Βίβιαν που έχει το όνομα του παππού της, τον άντρα της και τη σύντροφό του.
Πριν λίγες μέρες, ένας ανόητος ηθοποιός χαρακτήρισε προδότες τους νέους Έλληνες που μεταναστεύουν σε άλλες χώρες. Βλέποντας τον Σιδερή και ενθυμούμενος τον πατέρα του τον θείο Βασίλη, κάποια στιγμή του ψιθύρισα στο αυτί τη λύπη μου, για το ότι η Ελλάδα έχασε δυό εξαίρετους επιστήμονες και ανθρώπους και αυτό, χωρίς δική τους ευθύνη.
Καλή διαμονή στην Ελλάδα Σιδερή-Τζέρη. Και να μας ξανάρθεις σύντομα. Θα σε περιμένουμε «πεινασμένοι» από αγάπη και συγκίνηση.

ΦΩΤΟ: Τέσσερα πρωτοξάδερφα και μία ανιψιά. Από αριστερά, Άννα Αντωνίου, Δημήτρης, Σιδερής, Γιάννης και Βίβιαν Μιχαλάκη.

Sideris and the “kouloukia”
Winter of 1974. In Kosta Michalaki’s delicatessen in Bayridge Brooklyn, I try to come to grips with the situation I am in, to adjust to the new facts of my life and mostly to communicate with the customers, in a language that I am completely ignorant of. At some time, the door of the store opens and a couple walks in and walks my way. Instant panic. I wonder what they will ask for. Will I understand it? Will I be able to live up to the obligations of the position that I have taken on? The man walks my way, looks me straight in the eye and asks me in spoken Greek: “Excuse me, do you have any kouloukia?” Instant surprise and wonder. Kouloukia is what we call in my village red, hot peppers. How in the world did our strange visitor remember them? I turn to Popi Michalakis with whom we shared the shift for help. She looks at me speechless, I am under the impression that she can hardly contain her laughter. This awkward moment does not last for long. The strange visitor takes off his fake mustache and opens his arms:
-John
-Sideri
We embrace.
Flash back thirty years before that, summertime in Kourounia. An atmosphere of bliss as in our house we are putting up Uncle Vasili the lawyer, his wife which has a strangely charming name, Malvina, and their son Sideris, a year older than me, active, naughty and curious about the “village” things which for the first time he is becoming familiar with. Among them kouloukies that father had brought from the garden and left on the roof of your house, asking Sideris not to put them in his mouth because they were hot.
Sideris, however, curious as he is, wants to try them. And he decides to do so in my own mouth. By making me? By convincing me? It’s hard to remember after all these years! The fact is that at some point I cried from the pain on my lips. My uncle scolded naughty Sideris and life went on with my lips swollen for a couple of days.
And now, after thirty years, Sideris visits the new immigrant in America, reminding me the old and forgotten story.
In the time that had passed, Uncle Vasilis, disgusted by the post-war situation in Greece, makes the heroic decision to move to America and patiently endure the consequences of his actions. His only solace and vindication are the medical studies of his only son Sideris who is now known as Jerry.
He studied medicine but he actually wanted to be a lawyer. And he combined the two by becoming a Coroner. You know, in the United States, in order for the deceased to be buried, the death must be certified by a pathologist. And so Sideris did justice to the legislator, ascertaining one time that the death of a person was not natural as it was claimed, but rather a murder. A huge press commotion went on following this incident and Cousin Jerry got more of his fair share of the 15 minutes of fame every person is entitled to, according to Warhol.
Sideris, along with the beautiful soul in the body of Markella, who left us early, had a beautiful family composed of three daughters (Malvina, Marybeth and Vivian), but he never stopped remembering and visiting Greece. And every time he does, he gathers the whole family who live here and treats us to a meal. More specifically, he gives us the chance to talk and be proud of him. The truth is that each and every time during these meals, we observe some involuntary absences, the natural laws, however are above the wishes and abilities of our intervention.
One such gathering took place last Sunday, on 18 June at the exceptional restaurant “Giantes” of our fellow villager Thanasis Kariamis.
Sideris came with his youngest daughter Vivian who is named after her grandfather, her husband and his partner in life.
A few days ago, a ridiculous actor characterized young emigrants as traitors. Seeing Sideris and remembering his father, uncle Vasilis, I whispered in his ear at some point, my grief that Greece had lost two exceptional scientists and people without any responsibility on their part.
Have a great stay in Greece Sideris-Jerry. And come back soon. We will be here waiting for you “hungry” from love and emotion.