Αρχική Green Life Διαδρομές Νοσταλγικό σεργιάνι στην Απλωταριά του ’59-’60, γράφει η Σοφία Καρασούλη

Νοσταλγικό σεργιάνι στην Απλωταριά του ’59-’60, γράφει η Σοφία Καρασούλη

346

“Απλωταριά, Απλωταριά
όλοι σε βλαστημούμε
γιατί μέσα στους δρόμους σου
τις ώρες μας χαλούμε.”

Αυτό το τετράστιχο το είχε σκαρώσει ο νεανικός φίλος του κ. Στέφανου Κουντουρούδα, ο Μάρκος Εγγλέζος, την δεκαετία του ’50.  Η Απλωταριά ήταν τότε ο δρόμος που οι νεαροί της Χίου περνοδιάβαιναν ώρες ατελείωτες, να συναντήσουν φίλους και γνωστούς, να ανταλλάξουν κλεφτές ματιές με τις κοπελλιές,  να σταματήσουν για τσιγάρα στου Ματσάγγου, για πασατέμπο στου Σουσούρη, ή για καμιά πάστα στη Μέλισσα ή στου Κοντούδη.

Ο κύριος Στἐφανος έφυγε στα καράβια το 1960 και μετά εγκαταστάθηκε στον Καναδά. Πολύ συχνά, εξακολουθεί να περνοδιαβαίνει με τον νου την Απλωταριά της νιότης του. Ας τον ακολουθήσουμε σ’ αυτό το νοερό σεργιάνι στην Απλωταριά και στα  μαγαζιά της, του 1959-1960.

” Ας αρχίσουμε από την νοτινή πλευρά της Απλωταριάς, από του Κουρουνιώτη, εκεί που ήτανε του Κουρουνιώτη, η τωρινή Eurobank.  Θα περπατήσουμε από αριστερά πηγαίνοντας προς το Βουνάκι, κατεβαίνοντας προς την πλατεία.

Ήταν πολύ μεγάλο το μαγαζί του Κουρουνιώτη. Και το επόμενο μαγαζί,  μετά το στεναδάκι όπου στην γωνία του είναι η Τράπεζα, ήταν κι αυτό του Κουρουνιώτη. Είχε και τρίτο μαγαζί ο Κουρουνιώτης απέναντι. Λοιπόν, πάντα από την αριστερή πλευρά, μετά το δεύτερο μαγαζί του Κουρουνιώτη, ήταν του Τσαρδάκα το χρωματοπωλείο. Μπογιές πουλούσε.
Μετά του Τσαρδάκα ήτανε το υποδηματοπωλείο του Τσαβλόπουλου, του Μάνου. Αυτός ήταν πρώτα στην οδό Μητροπόλεως κι έφυγε μετά και πήγε στην Απλωταριά.
Μετά ήταν ένα στεναδάκι κι  εκεί  βρισκόταν το περίπτερο του Λιόλιου. Μετά το περίπτερο, ήταν το φαρμακείο του Τζηρά και δίπλα τα υποδήματα του Καλλιμασιά.
Πλάι στου Καλλιμασιά, ήτανε του Μπιρλή, που πουλούσε ρούχα κἆι τέτοια…  Παρακεί ήταν το Σίνγκερ, οι ραπτομηχανές, και δίπλα το ζαχαροπλαστείο  “Η Μέλισσα”.
Είχε ένα στεναδάκι πάλι εκεί και από την άλλη μεριά του στενού ήταν το ωρολογοποιείο του Καβύρη. Δίπλα στου Καβύρη  άνοιξε μαγαζί ο Λιόλιος σαν έφυγε από το περίπτερο. Πιο κει του Κοντούδη το ζαχαροπλαστείο, ονομαστό!

Πάμε πιο κἀτω, γιατί δεν θυμάμαι τι ήταν δίπλα στου Κοντούδη. Παρακάτω ήταν το υφασματοπωλείο του Χέλιου. Μετά του Χέλιου ήταν νομίζω ο Σπανιολιός και μετά το ωρολογοποιείο του Μάγγου. Μετά του Μάγγου, πάλι δεν θυμάμαι. Νομίζω πως ήτανε το στεναδάκι που πας και  βγαίνεις στη Λαχαναγορά.

Ύστερα ήτανε του Σόδη το φαρμακείο παρακάτω, και μετά το υφασματοπωλείο του Μαδωνή.  Δίπλα στου Μαδωνή ήτανε το υφασματοπωλείο του Πιταούλη. Εκεί δούλευε ο Ηλίας ο Γλαράκης πριν να μπαρκάρει. Και παραδίπλα του Καρατζά, που είχε κουφέτα, νυφικά, και τέτοια. Μετά ήτανε του Ματσάγγου που είχε τα τσιγάρα και είχε κι ένα άλλο μαγαζί στο στεναδάκι που πηγαίνεις για την σπηλιά. Εκεί ήταν η αποθήκη του. Παλιά ήταν εκεί το μαγαζί του, αλλά την έκανε αποθήκη σαν πήρε το μαγαζί στην Απλωταριά. Δυο μαγαζιά παρακάτω δεν τα θυμάμαι.

Μετά ήταν η “Πουλάδα”, αυτός που πούλαγε παπούτσια. “Πουλάδα” ήταν το ψεγάδι του, μακἀρι να’ ξερα πώς τον ελέγανε… Οι παντόφλες που έχω εδώ και φορώ είναι από την “Πουλάδα”. Το μαγαζί της “Πουλάδας” το έχει τώρα η πρόεδρος στον Ερυθρό Σταυρό, η Ρυθειανού. Ο Ρυθειανός ήτανε φίλος, τον έχω και σε μια φωτογραφία.

Μετά την “Πουλάδα” ήταν του Φρουζάκη. Αυτός πουλούσε στολές, για στρατιωτικούς, αστυνομικούς, καπέλα… Όλα τα πηλήκια του Γυμνασίου, της Εμπορικής κλπ που φοράγαμε από κει τα παίρναμε. Αυτός ήταν Κρητικός. Μετά του Φρουζάκη ήταν ένα μαγαζί ακόμα, και μετά βγαίναμε στο Βουνάκι. Αριστερά, πουλάγανε πασατέμπο κι άλλους ξηρούς καρπούς, όπως πουλάγανε κι από δεξιά στου Σουσούρη. Βγαίνοντας από την Απλωταριά προς το Βουνάκι, στα δεξιά ήταν του Σουσούρη.

Τώρα ας πάμε πίσω την Απλωταριά, από την άλλη πλευρά, πηγαίνοντας προς την Ατσική. Να δω πόσα μαγαζιά θα θυμάμαι… Ήταν ένα χρυσοχοείο, νομίζω ήτανε του Αγγελίδη.  Μερικά  άλλα μαγαζιά δεν τα θυμάμαι. Στο στενό που πήγαινες προς του Κολύβα, ήταν το κουρείο της Ευδοξίας. Πάνω στην Απλωταριά.  Μετά της Ευδοξίας ήτανε του Μισετζή το “Κρυστάλ”, που μετά το έκανε πολυκατοικία. Ο Μισετζής ήτανε πλανόδιος στην αρχή. Είχανε μια μπαράγκα στον Κήπο και πέρναγε τις γειτονιές με αλουμίνια και τέτοια, μ΄ένα καρότσι κι ένα άλογο. Μετά που πιάστηκε λίγο, άνοιξε το μαγαζί αυτό. Ήταν ο πρώτος που έβγαλε τις δόσεις. Γι ‘αυτό κι έπιασε. Έπαιρνες ας πούμε 50 δραχμές πράγματα, τοὐ’ δινες ένα δεκάρικο και σε χρέωνε 40. Εν τω μεταξύ, έκανε και τα είδη προικός. Πήγαινες αγόραζες ένα σίδερο για ένα γάμο, η Μαρία πήγαινε αγόραζε κι εκείνη ένα σίδερο για τον ίδιο γάμο, μάζευε η νύφη ένα σωρό πράγματα, αλλά ήταν διπλά και τρίδιπλα. Το λοιπόν, τα πήγαινε πίσω, και τα’ παιρνε μισοτιμής αυτός.


Στο στενό πιο παρακεί,  που είναι στο βάθος η εκκλησούλα,  ήταν το φαρμακείο του Βασιλείου.  Ήτανε δύο αδέλφια. Λίγο παρακάτω ήτανε το υφασματοπωλείο του Φόρου, στη γωνία του στενού που πάει  προς την Εμπεισάν. Απέναντι είναι τώρα το βιβλιοπωλείο Πυξίδα. Εκεί ήτανε παλιά του Τσελεπιδάκη. Στην άλλη γωνία του στενού ήτανε ο Λιόλιος, αδερφός του άλλου Λιόλιου.  Ο Γιάννης Λιόλιος ήταν εδώ, κι από την άλλη πλευρά ο Νίκος ο αδελφός του.  Κι οι δυο πουλούσαν ψιλικά.  Δίπλα ήταν του Φακίρη, κι αυτό ψιλικατζίδικο. Στην στοά ήτανε από τότε ο Καββάδας και παρακάτω ο Βαμβούρης.  Ήταν εκεί ένα δρομάκι όπου ήταν το εργοστάσιο της Μέλισσας. Μετά πάμε στου Φρυδά με τα ηλεκτρονικά, κι ακολουθούσε του Τσουρή. Εκεί δούλευε η Μαρία. [Η Μαρία Αγορή-Κουντουρούδα, σύζυγος του κ. Στέφανου.] Ο Τσουρής πουλούσε υφάσματα. Μετά του Τσουρή ήταν το υποδηματοπωλείο, των  Παπαδάκη-Μαρκογιαννάκη.  Μετά ήταν το παπουτσίδικο του Σαρέλλη και το υφασματοπωλείο του Μαρή από το Βαρβάσι.

Μετά το στενό του Αυγουστάκη, στην γωνία,  ήταν μία ξανθιά που πουλούσε παιδικά. Αυτή ζούσε στον Άγιο Συμεώ και της είχε φάει ο πετεινός το μάτι (!)  Ήταν και του Καμαράδου το μαγαζί εκεί και πουλούσε ψιλικά. Αυτός είχε πάρει Βαρβασιωτίνα, του Καραγιάννη την κόρη, και τον είχαμε και στο ποδόσφαιρο, στον Βαρβασιακό. Ήτανε μες στο συμβούλιο. Ο Καμαράδος ο Στέλιος. Μετά ήταν ένας καραφλός, ψηλός, με ψαρά μαλλιά. αλλά πώς λεγόταν… Κι αυτός ψιλικά είχε. Είχαν από όλα τα ψιλικατζίδικα, γι’ αυτό ήτανε πολλά. Είχανε μουλινέδες, εσώρουχα, εργόχειρα, κουμπιά, νταντέλλες, φτιάχνανε ζώνες, μαντάρανε καλσόν και  νάιλον κάλτσες.  Μετά ήταν κι άλλο μαγαζί του Κουρουνιώτη, που πούλαγε παιδικά. Το άλλο του μαγαζί απέναντι πουλούσε ηλεκτρονικά, και το μεγάλο εκεί που είναι η Τράπεζα τώρα– πουλούσε ρούχα. ”

Κι έτσι τελειώνει η βόλτα στο τέρμα της Απλωταριάς, στην απέναντι πλευρά από όπου ξεκίνησε.

Θαυμάζω το θυμητικό του κύριου Στέφανου, ύστερα από τόσα χρόνια… Αναρωτιέμαι πού βρίσκεται  ο Μάρκος Εγγλέζος. Ο κ. Στέφανος δεν ξέρει να μου πει.

“Ήτανε πολύ χωρατατζής ο Μάρκος! Στην φωτογραφία που τον βλέπεις εδώ στο σπίτι μας είχε πει αυτό το τετράστιχο στην μητέρα μου:

Και συ, κυρά Δέσποινα
τι θέλεις το λυχνάρι,
αφού ‘χεις τον Γιαννάκη σου
που φέγγει σαν φεγγάρι.

Γιαννάκης ήταν ο πατέρας μου, που ήτανε φαλακρός” , συμπληρώνει ο κύριος Στέφανος, σκασμένος στα γέλια.

Σοφία Καρασούλη

28-10-2020

(Φωτογραφίες:
1-2-3. “Οδός Απλωταριάς” από το Ημερολόγιο 2006-Αφιέρωμα στην Απλωταριά του 3ου Ενιαίου Λυκείου Χίου.
4. Παρέα φίλων το 1959 στο σπίτι του κ. Στέφανου Κουντουρούδα στο Βαρβάσι. Πρώτος από αριστερά ο Στέφανος  Κουντουρούδας και τρίτος, με το μπουζούκι στο χέρι, ο Μάρκος Εγγλέζος.
5. Ο κ. Στέφανος Κουντουρούδας στο σπίτι του στο Βανκούβερ Καναδά, στις 28-10-2020.)

Διαφήμιση
Προηγούμενο άρθρο“Ωδή στον τραχανά”, πώς φτιάχνεται και πώς μαγειρεύεται ο χιώτικος τραχανάς
Επόμενο άρθροΕπεισόδιο Μητροπολίτη Χίου με αστυνομικούς στον εορτασμό των Ταξιαρχών στα Μεστά