Αρχική Απόψεις Aρθρα Ο Κωστής μας βρήκε την γαλήνη, γράφει η Ευγενία Βορριά-Ασλανίδη

Ο Κωστής μας βρήκε την γαλήνη, γράφει η Ευγενία Βορριά-Ασλανίδη

608

Ήταν το μοσχοαναθρεμμένο παιδί της μάνας μας και πώς να μην είναι. Δυο αγόρια σε βρεφική ηλικία είχε χάσει πριν από αυτόν. Παρακολουθούσα το στενό δέσιμό τους από την στιγμή που άρχισα να σκέφτομαι. Δεν χρειαζόταν να του βάλει δεύτερη φωνή για να τρέξει κοντά της, ακόμα κι αν ήξερε πως θα τις φάει. Είχε μεγάλα όνειρα για τον γιο της -και ποια μάνα δεν έχει. Βοηθούσε σ’ αυτό και το γεγονός ότι έπαιρνε τα γράμματα και με το παραπάνω.

Από την άλλη, ο πατέρας μας χαιρότανε που είχε διάδοχο για την «περιουσία» μας. Μόνο που ο Κωστής σιχαινόταν τη γεωργία. Βοηθούσε, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, αλλά το ένιωθε σαν αγγαρεία, σαν κάτεργο. Με ένα ντουρβά γεμάτο βιβλιαράκια (μικρούς ήρωες, μικρούς καουμπόηδες, γκαούρ- ταρζάν και άλλα μορφωτικά…) για να αντέξει τη βοσκή των αγελάδων, περνούσε τις περισσότερες μέρες του καλοκαιριού στα αποθερισμένα της Αμανής. Το χειρότερό του ήταν το αλώνι. Δεν ζούσε, παρά για τη στιγμή που θα τελειώναμε με τα αλωνέματα και θα έπαιρνε τις αγελάδες, να τις κολυμπήσει στη θάλασσα. Τη λάτρευε τη θάλασσα.

Μέχρι που τέλειωσε το γυμνάσιο είχε αναλάβει «εργολαβία» την ευθύνη του κήπου στα Γαλάτου, κι ό,τι δουλειές έπρεπε να γίνουν στα χωράφια που είχαμε στην κάτω μεριά. Η μάνα μας αγωνιούσε μέχρι να τον δει να επιστρέφει, καθώς ήξερε, της τα ’λεγαν, πως κολυμπούσε στα πολύ βαθιά νερά. Κάποιο καλοκαίρι, μαθητής στο γυμνάσιο πια, είχε πάει τα ζα και δεν γύρισε το βράδυ. Φύγανε με τα φανάρια πατέρας και μάνα να τον ψάχνουνε. Βρήκαν τις αγελάδες δεμένες στο Σωρό, κι εκείνον άφαντο. Πήγανε στην αστυνομία. Κάποιοι είπαν πως είχε προσεγγίσει ένα ψαράδικο καΐκι το πρωί. Από τηλεφώνου τον εντόπισαν στο Λιθί. Ήρθε μετά από τρεις μέρες στο χωριό. Ο πατέρας μου ήθελε να κάνει μήνυση στους ψαράδες που πήραν παιδί πράμα μαζί τους, μα η μάνα τον εμπόδισε. «Μη, γιατί θα το ξανακάνει και θα τον πετάξουν στη θάλασσα, παρά να βρουν τον μπελά τους».

O Κωστής μας (προτελευταίος από δεξιά, στην τελευταία σειρά, με το μαύρο κουστούμι) ως τελειόφοιτος στο Ανδρεάδειο Ναυτικό Γυμνάσιο Βροντάδου σε αναμνηστική φωτογραφία με την τάξη του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η φωτογραφία γιατί εκτός από τον Κωστή υπάρχουν ακόμη δύο παιδιά από το χωριό μας: ο Σαραντής Σαραντινός (δεύτερος από αριστερά στην τελευταία σειρά) και ο Γιώργος Ξυδιάς δίπλα στον Κωστή. Και οι τρεις οικότροφοι στο «Τάγμα».
Δεύτερος από αριστερά στην πρώτη σειρά ο Διευθυντής του «Τάγματος» καθηγητής Ανδρέας Αξιωτάκης.

Η φωτογραφία είναι του 1968

Στις μεταξύ μας σχέσεις, εγώ ήμουν το πειραχτήρι, μα εκείνος τις έτρωγε πάντα. Του είχε αναθέσει η μαμά να με προσέχει και με πρόσεχε. Με έπαιρνε μαζί του στα αγορίστικα παιχνίδια. Κάποια φορά, καθώς «γετόνανε» μια σφηκοφωλιά, δεν πρόλαβε να με απομακρύνει και με γύρισε στο σπίτι τούμπανο από τα τσιμπήματα. Έφαγε της χρονιάς του. Με βοηθούσε στα μαθήματα. Είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να εξηγεί, να αναλύει τα πράγματα. Τον θαύμαζα. Κάπου εκεί έφυγε για το γυμνάσιο και έλαβε τέλος η παιδική μας συναναστροφή.

Καθοριστική για την μετέπειτα σχέση μας ήταν η συγκατοίκηση στη Βολισσό, για μια σχολική χρόνια. Ο αδελφός μου τετάρτη κι εγώ δευτέρα τάξη. Τότε για πρώτη φορά η μάνα, μου είπε να προσέχω τον αδελφό μου, κάτι που δεν άλλαξε ποτέ. Πέρα από το δεφτεράκι που είχαμε στον μπακάλη, μας δίνανε και χώρια χαρτζιλίκι, για να μην τρώει ο Κωστής και το δικό μου. Πάντα εγώ το έτρωγα πρώτη και πάντα εκείνος μου έδινε δανεικά κι αγύριστα. Εκείνη τη χρόνια γνώρισα ποιος είναι ο Κωστής μας. Ένα παιδί ξέχειλο από καλοσύνη, που ντρεπόταν να τον χαρτζιλικώνουν οι γονείς μας, και έκανε μεροκάματα στις ελιές, στα μανταρίνια, στα ψαράδικα. Γύριζε πάντα με μια αρμαθιά ψάρια, που τα μαγείρευε, του άρεσε πολύ να μαγειρεύει, να στρώνει όμορφα το τραπέζι και να τρώμε σαν βασιλιάδες. Τις ελεύθερες ώρες του, βυθιζόταν μέσα στα βιβλία, κυρίως εξωσχολικά, τότε ανακάλυψα κι εγώ την λογοτεχνία. Ήταν η καλύτερή μου σχολική χρονιά. Με τα λεφτά που μάζευε, αγόρασε τα Χριστούγεννα το πρώτο μας επιτραπέζιο (ντάμα, τρίλιζα) και στο τέλος της χρονιάς ένα μεταχειρισμένο ποδήλατο, αγορά που δεν την χώνεψε καθόλου ο πατέρας μας. «Τόσες ανάγκες, το ποδήλατο μας μάρανε». Το πιο σημαντικό όμως, που το ανακάλυψα τότε, είναι πως ο Κωστής αγαπούσε τη μουσική. Πήγαινε με τις ώρες και καθόταν στο κουρείο του Νικήτα και τον άκουγε που έπαιζε βιολί. Κάποια στιγμή έκανε κάτι, που το είχε ξανακάνει και στο χωριό, αλλά κάτω από τις φωνές της μάνας μας, δεν έδωσα σημασία. Πήρε μια κατσαρόλα με μακρύ χερούλι, έβαλε για χορδές τις μεσινέζες που φύλαγε από τις αρμαθιές τα ψάρια και καμωνόταν πως έπαιζε. Δεν είναι τυχαίο που από τα πρώτα δώρα που έφερε αργότερα ως ναυτικός ήταν ένα μπάντζο (έγχορδο μουσικό όργανο με κυκλική μεμβράνη), που στα δύσκολα χρόνια της ξενιτιάς του, η μάνα μας το είχε τοποθετήσει κάτω από τα εικονίσματα. Ούτε τυχαίο είναι, που όταν ξανάρθε, λίγο καιρό μετά το φευγιό της μάνας μας, να κάνει παρέα στον απαρηγόρητο πατέρα μας, αγόρασε ένα μπουζούκι και το γρατζούναγε τις δύσκολες ώρες που περνούσε, δηλαδή όλες.

Δεν είχε κατά νου να γίνει ναυτικός, καίτοι είχε τελειώσει το ναυτικό γυμνάσιο του Βροντάδου. Ακόμα και την τελευταία χρονιά έλεγε πως θα δώσει εξετάσεις στο πανεπιστήμιο κι οι γονείς μας τον ενεθάρρυναν, παρά την ανέχεια. Άλλωστε το ίδιο έκαναν και για τις κόρες τους. Όμως τη μοιραία στιγμή ήρθε μια ειδοποίηση για μπάρκο από τον νονό της αδελφής μας, τον Σιδερή Μαυριδόγλου. Πήρε την απόφαση, σκεπτόμενος μόνο το ότι θα απάλλασσε τους γονείς από τα έξοδα των σπουδών του. Τα δικά του όνειρα ούτε που τα λογάριασε. Δεν του πήγε καλά η ναυτοσύνη. Με ένα ναυάγιο και μια πυρκαγιά τέλειωσε η σύντομη καριέρα του στη θάλασσα. Σε ένα μπάρκο ήταν και ο Γιώργος του Γιάννη του Ζαννή. Σύμφωνα με την αφήγηση του αδελφού μου, ο Γιώργος δούλευε κάτω στις μηχανές. Όταν ξέσπασε η φωτιά μαζεύτηκαν όλοι στην κουβέρτα. Ο Κωστής αναζήτησε τον συγχωριανό, δεν τον είδε κι έτρεξε κάτω, όπου τον βρήκε να καίγεται. Σε συλλυπητήριο μήνυμα για τον χαμό του Κωστή, ο Γιάννης Μιχαλάκης, μου θύμισε το περιστατικό. Είχε γράψει τότε στους Χιακούς Αντίλαλους που εξέδιδε, την περιπέτεια του Γιώργου και την αδιαφορία της εφοπλιστικής εταιρείας, η οποία του έκανε μήνυση για τα γραφόμενα. Ο Κωστής ξέροντας από πρώτο χέρι τα συμβάντα, προσφέρθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης του Γιάννη. «Για την ιστορία, η δίκη εκείνη, ουδέποτε έγινε» μου γράφει ο Γιάννης. Έμεινε όμως στην ιστορία του Κωστή, η απόφασή του να καταθέσει ουσιαστικά εναντίον εκείνων που τον είχαν στην δούλεψή τους και ενδεχόμενα θα επηρέαζαν το ναυτικό του μέλλον. Αυτός ήταν ο Κωστής. Το δίκαιο των ανθρώπων πάνω από το «συμφέρον» του.

Το επόμενο μπάρκο ήταν και το μοιραίο. Μόλις πιάσανε λιμάνι στην Αμερική την κοπάνησε μαζί με άλλα δυο παιδιά συγχωριανά μας, τα οποία όμως είχαν στενούς συγγενείς να τους περιμένουν. Ο Κωστής δεν είχε κανέναν. Με την καλοσύνη που άγγιζε τα όρια της αφέλειας, βολόδερνε μόνος του μέχρι που ανακάλυψε κάτι μακρινά μας ξαδέλφια και δούλεψε κοντά τους. Νομιμοποίησε την παραμονή του εκεί με τον γάμο. Παντρεύτηκε την Αμερικανίδα, ιταλικής καταγωγής, Μαρινέλα Νοβιέλι. Δεν την γνωρίσαμε ποτέ από κοντά, αλλά όπως έλεγε η μάνα μου, «την γνωρίσαμε μέσα από το καλοαναθρεμμένο παιδί της», τον Παντελή. Το καμάρι του αδελφού μου, που από ένα σημείο και μετά ήταν το μόνο κίνητρό του, για ζωή. Στο μεταξύ στην Ελλάδα -αρχές δεκαετίας του ΄70- κηρύχτηκε ανυπότακτος. Η σχετική ενημέρωση προς τους γονείς μου συνοδεύτηκε με την απειλή ότι σε τυχόν επιστροφή του στην Ελλάδα τον περιμένει φυλακή. Αργότερα σε συζήτηση με τον αδελφό μου, μου έλεγε: «Τρελαινόμουνα στη σκέψη πως δεν θα ξανάβλεπα την Ελλάδα. Μια μέρα πέρασα έξω από μια στρατιωτική υπηρεσία. Ανέβηκα και αυτό ήτανε…».

Κάποια στιγμή μαζί με το γράμμα του, λάβαμε κι ένα φωτογραφικό λεύκωμα. Ήταν από την αποφοίτησή του στην στρατιωτική ακαδημία της Ν.Υ. Η μαμά μου το έδειχνε με καμάρι σε όποιον ερχόταν στο σπίτι. Μια μέρα το έδειξε και σε κάποιον επισκέπτη μας, που ήξερε από Αμερική. «Το γέλιο πάγωσε στα χείλη της όταν, αφού περιεργάστηκε το λεύκωμα, τον άκουσε να της λέει: «Μαρία, το ’χασες το παιδί σου». Η τελευταία φορά που είδα την μάνα μου χαρούμενη για τα νέα του γιου της, ήταν όταν σε ένα γράμμα, της έγραψε ότι θα ερχόταν στην Ευρώπη, με στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ, πρώτα στη Γερμανία και μετά στην Ιταλία. «Κι όταν μαμά έρθουμε Ιταλία θα πάρω άδεια να έρθω να σας δω, αλλιώς θα έρθεις εσύ».

Για κάποιον λόγο που ποτέ δεν τον μάθαμε, ο Κωστής αντί να έρθει στην Ευρώπη, βρέθηκε στην Ασία. Κορέα, Βιετνάμ κι όπου αλλού η Αμερική έστελνε ειρηνευτική δύναμη. Ο Κωστής ήταν υπεύθυνος για την προστασία των στρατιωτών από τα χημικά. Στάθηκε τόσο συνεπής στο καθήκον του, που τον εαυτό του τον ξέχασε. Όπως πάντα. Από τα χημικά σακατεύτηκε. Το αμερικανικό κράτος τον αποζημίωσε αργότερα με μια γερή σύνταξη. Είχαμε να τον δούμε κάπου δεκαπέντε χρόνια, όταν ήρθε στην Ελλάδα με αναρρωτική άδεια και έξοδα του πατέρα μας. Πούλησε μιαν αγελάδα. Η μάνα μας κοίταζε τα άλλοτε φωτεινά μάτια του, που είχαν σκοτεινιάσει και έλιωνε. Το τρίμηνο προγραμματισμένης παραμονής του, τελικά έγινε ένας μήνας. Του έλειπε ο γιός του κι η γυναίκα του με την οποία αργότερα χώρισε, αλλά ο πρόωρος θάνατός της τον αποτέλειωσε. Ήταν η μάνα του παιδιού του. Από εκεί και μετά, το μόνο ευχάριστο στα γράμματά του ήταν η προσφώνηση «Σεβαστοί μου γονείς». Στα συρτάρια του σπιτιού μας, δεν βρήκα ούτε ένα γράμμα που να μην ξεκινά έτσι. Ακόμα και όταν ο ειρμός της σκέψης του, ακολουθούσε δυσνόητους δρόμους, η φράση αυτή ήταν στη θέση της. Την εννοούσε. Παρά τα προβλήματα υγείας του -σωματικά και ψυχικά-ήρθε «τρέχοντας» στην αρρώστια της μάνας. Εκείνος της έκλεισε τα μάτια. Είμαι σίγουρη πως τον περίμενε.

Ένα χρόνο μετά (2000) ξαναήρθε να σταθεί δίπλα στον πατέρα μας που υπέφερε από την απουσία της γυναίκας του. Δύσκολη συνύπαρξη. Ο Κωστής ήθελε ηρεμία κι ο πατέρας μας έναν καλό γεωργό. Το πάλευαν και οι δυο, ο Κωστής περισσότερο. Όμως κάτι γινότανε και ο αδελφός μας λύγιζε. Όπως τον Σεπτέμβρη του 2001, στην πτώση των Δίδυμων Πύργων. Ήταν στο χωριό. Τρελάθηκε κυριολεκτικά από τον πόνο για την πληγή της δεύτερης πατρίδας του. Μπορεί στην συνείδησή του να ήταν πια και η πρώτη. Το βέβαιο είναι πως οι άνθρωποι με δυο πατρίδες, υποφέρουν δυνατά και για τις δυο. Απλά υπάρχουν και κάποιοι που έχουν χάσει τον μοχλό της αυτοσυγκράτησης. Σαν τον Κωστή μας.

Ξαναήρθε για να μείνει μόνιμα το 2011. Ο αγώνας του, να μένει όρθιος, περισσότερο για να μην μας δυσκολεύει τη ζωή, της αδελφής μου κι έμενα, ήταν γιγάντιος. Περπατήσαμε πολύ. Παραπάνω από όσο άντεχα. Χαλάλι του. Περπατούσαμε και μιλούσαμε. Μου είπε πολλά. Κάποια τα καταλάβαινα, κάποια όχι. «Ακούω φωνές» μου έλεγε, «άσε με τώρα». Σε λίγο ήτανε καλά. Και ξανάρχιζε. Τα συνοψίζω όλα σε μια φράση του. «Μην ακούς ειρηνευτική δύναμη, πόλεμος είναι». Δέκα μήνες άντεξε. Τις τελευταίες ημέρες, πριν φύγει για πάντα, όπως αποδείχτηκε, από την Ελλάδα, τις περάσαμε στο σπίτι μου. Ο Κωστής, η Βαγγελίτσα μας και ο άνδρας της Γιώργος. ο ανιψιός μου Χαράλαμπος κι εγώ. Και σε «ανοικτή γραμμή» οι κόρες μου, ο ανιψιός μου Γιάννης και ο γυιόκας του, ο Παντελής, που όλο αυτό το διάστημα, μας είπε χιλιάδες «Ευχαριστώ». Περιθάλπαμε όλοι μαζί το λαβωμένο πουλί, που ούτε στην οικογενειακή φωλιά εύρισκε πια ηρεμία. Τα πόδια του, που μ’ αυτά έκανε χιλιόμετρα καθημερινά για να ξεφεύγει απ’ τα πάθη του, τα έχανε σιγά-σιγά εδώ και κάμποσα χρόνια, από σάκχαρο. Κατέληξε στο νοσοκομείο βετεράνων της Ν.Υ. έχοντας υποστεί ακρωτηριασμό και στα δύο. «Το μόνο που θέλω πια είναι να πεθάνω», ήταν η μόνιμη επωδός σε κάθε κουβέντα μας.

Η τελευταία μας τηλεφωνική επικοινωνία ήταν αρχές του 2020. Άρχισε να με ρωτά για τους συγχωριανούς. Έναν-έναν τον έπιανε. Από την σειρά που τους ανέφερε, κατάλαβα, ότι είχε πάρει σβάρνα τα σπίτια, από τα Παλιάμπελα ως τα Μαλάγκια. Πιστεύω πως έτσι τους αποχαιρέτησε όλους.

Ο Κωστής Βορριάς του Παντελή και της Μαρίας έφυγε απ’ τη ζωή στις 26 Δεκεμβρίου του 2020, σε νοσοκομείο Βετεράνων στη Νέα Υόρκη. Σε λιτή στρατιωτική τελετή, στο Εθνικό Αποτεφρωτήριο της Ν.Υ. τον αποχαιρετίσαμε στις 8 Ιανουαρίου του 2021. Δια ζώσης, ο λατρεμένος του γιος με τη γυναίκα του Ρεβέκκα και τον εγγονό του Λουσιάνο κι εμείς -αδέλφια, ανίψια, ξαδέλφια από Ελλάδα και Αμερική, διαδικτυακά. Ο αποχαιρετιστήριος λόγος του γιου του, πριν του παραδοθεί η Αμερικανική σημαία που σκέπαζε το φέρετρο του πατέρα του, ήταν το καλύτερο κατευόδιο, που προσδοκά κάθε γονιός. Ο Κωστής θα ζει για πάντα και θα φωτίζει τις καρδιές μας με το μεγαλείο της καλοσύνης του. Κι αν υπάρχει μεταθανάτια ζωή, θα είναι τώρα με τους γονείς μας και θα παίρνουν πίσω τα χρόνια της στέρησης.

της Ευγενίας Βορριά-Ασλανίδη
Αυλόγυρος | Τεύχος 103