Αρχική Πολιτισμός Λογοτεχνικό Εργαστήριο 2 Οι συνένοχοι, της Ολγας Κοτοπούλη

Οι συνένοχοι, της Ολγας Κοτοπούλη

102

Όλα ξεκίνησαν όταν ο Φοίβος άλλαξε σχολείο. Η ανέλπιστη κληρονομιά από μια θεία μου που δεν είχε παιδιά, έπεσε σαν μάνα εξ ουρανού μέσα στην κρίση ̇ μας έκανε να αλλάξουμε σπίτι, γειτονιά και ο Φοίβος σχολείο.
Κρίμα που δεν τον λένε Άγγελο, μου έλεγαν οι φίλοι μου, με τέτοια ομορφιά και φυσική ευγένεια που έχει η όψη του ̇ είναι και καλλιτεχνική φύση, μου έχει μοιάσει σχεδόν σε όλα, συμπλήρωνα, πειράζοντας τον Φίλιππο τον σύζυγο μου ̇ όλοι ήξεραν ότι εκείνος όλα αυτά τα χρόνια προσπάθησε πολύ για να με πείσει να κάνουμε παιδί καθώς δεν ήμουν πια στην πρώτη μου νιότη.

της Ολγας Κοτοπούλη
(Τα κείμενα είναι γραμμένα στα πλαίσια του Λογοτεχνικού Εργαστηρίου, με εμψυχωτή τον Γιάννη Μακριδάκη και δημοσιεύονται με τη σύμφωνη γνώμη των δημιουργών τους.).

Κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά όταν ο Φοίβος άρχισε ξαφνικά να κάνει άσχημα γράμματα. Τον ρώτησα επανειλημμένως εάν συνέβη κάτι στο σχολείο ̇ πήρα όλες τις φορές αρνητική απάντηση. Θεώρησα ότι η αλλαγή τον είχε επηρεάσει ̇ ήταν θέμα χρόνου και προσαρμογής σκεφτόμουν.
Δεν είχα ιδιαιτέρους λόγους να ανησυχώ ̇ ο Φοίβος ήταν πάντα ένα ήσυχο παιδί που δεν δημιουργούσε προβλήματα. Κλειστός σαν χαρακτήρας, δεν έκανε εύκολα παρέες γι αυτό προσπάθησε να κρατήσει τους φίλους του από το προηγούμενο σχολείο.
Κατόπιν παραξενεύτηκα πολύ όταν μου ζήτησε να τον γράψω σε ποδοσφαιρική ομάδα γιατί ποτέ μέχρι τότε δεν είχε δείξει να τον ενδιαφέρει κανένα άθλημα, ειδικά το ποδόσφαιρο. Αυτός περνούσε όλη την ημέρα διαβάζοντας τα μαθήματα του, μελετώντας μουσική και ζωγραφίζοντας. Εκείνο όμως που με ανησύχησε πραγματικά ήταν όταν γύρω στον Δεκέμβριο μου ζήτησε να μάθει Αλβανικά. Αποφάσισα τότε να μιλήσω την επομένη μέρα κιόλας στην δασκάλα στην προγραμματισμένη συνάντηση που είχαν όλοι οι γονείς μαζί της.
Εκείνη την ημέρα μπαίνοντας στο σχολείο ένοιωσα κάποια έντονα βλέμματα πάνω μου και άκουσα ψιθύρους. Δεν έδωσα σημασία ̇ είμαι συνηθισμένη να με κοιτούν περίεργα και να με σχολιάζουν από μικρή λόγω της φυσικής καστανοκόκκινης σγουρής κόμης μου και εν γένει της εμφάνισης μου. Αυτό το μαλλί με έχει καθορίσει σε όλη μου την ζωή ̇ καθορίζει την αντιμετώπιση που έχω από τους άλλους όταν με πρωτογνωρίζουν. Έχω σκεφτεί ότι μπορεί να είμαι πάντα τόσο ήρεμη και για άλλους απαθής για να εξισορροπώ αυτά τα τόσο έντονα χαρακτηριστικά μου.
Στην συνάντηση συζητήθηκαν διάφορα θέματα ̇ έγιναν τα γνωστά και συνήθη παράπονα από τους γονείς. Τελειώνοντας άρχισαν σιγά- σιγά όλοι να φεύγουν. Έμεινα τελευταία , για να μπορέσω να μιλήσω ιδιαιτέρως στην δασκάλα για αυτά τα θέματα που με απασχολούσαν σχετικά με το Φοίβο αλλά αυτή με ένα απλό, με συγχωρείτε πρέπει να φύγω, με περιμένουν, έφυγε από την αίθουσα. Όταν βγήκα από το σχολείο, είδα στο απέναντι καφέ να κάθονται κάποιοι γονείς και η δασκάλα μαζί. Πέρασα από εκεί για να τους χαιρετήσω επίτηδες αλλά ούτε από ευγένεια δεν μου είπαν να καθίσω. Έτσι έφυγα με βήμα γρήγορο.

Το μόνο που αποκόμισα από την συνάντηση ήταν ένας πονοκέφαλος, καμιά απάντηση στα ερωτήματα που ήθελα να θέσω και δεν μπόρεσα και φυσικά καινούργια ερωτήματα. Σκέφτηκα να αφήσω να περάσουν μερικές ημέρες μέχρι να ξαναπάω να δω την δασκάλα και πιο απαιτητικά αυτή την φορά να της ζητήσω να μιλήσουμε.
Μετά από δύο ημέρες, το μεσημέρι, πήρα τον Φοίβο από το σχολείο, χτυπημένο και με σχισμένα ρούχα. Μάλωσες, τον ρώτησα ανήσυχη, γιατί; μα εσύ δεν μαλώνεις ποτέ συμπλήρωσα με απορία. Ο Φοίβος αντί για απάντηση άρχισε να κλαίει. Δάκρυα έτρεχαν στα μάτια του, στα μαγουλά του, στα σχισμένα ρούχα του και στο πεζοδρόμιο. Τι έχεις ψυχή μου; τι έγινε; Πρέπει να μου πεις του είπα και τον αγκάλιασα. Μαμά πάμε σπίτι σε παρακαλώ, θα σου πω μετά. Σε όλη την διαδρομή ήταν αμίλητος. Δεν θέλησα να τον πιέσω, ήταν ήδη πολύ πιεσμένος , ήξερα ότι θα μου μιλούσε επιτέλους.
Φτάνοντας σπίτι, ζήτησε να κάνει μπάνιο και να φάει. Όταν τελειώσαμε το φαγητό ήρθε ο Φίλιππος από την δουλειά, κάθισε στο τραπέζι και ο Φοίβος άρχισε να μας λέει ότι από τον πρώτο καιρό κιόλας τα παιδιά του τραβούσαν συνέχεια τα μαλλιά που ήταν μακριά. Δεν αντέδρασε έντονα γιατί δεν του άρεσε να μαλώνει ̇ πίστευε δε ότι με αυτό τον τρόπο θα τους κάνει να σταματήσουν μα αυτοί συνέχισαν με άλλα. Του άνοιγαν την τσάντα, του πετούσαν τα βιβλία και τα τετράδια έξω, του έπαιρναν τα πράγματα και τα έκρυβαν. Θυμάσαι μαμά τον προηγούμενο μήνα που έβηχα μερικές μέρες συνέχεια και έλεγες ότι κρύωσα και μου έδωσες σιρόπι; Δεν είχα κρυώσει, τα παιδιά με έπνιξαν με το κασκόλ που φορούσα στο διάλειμμα. Από εκείνη την ημέρα το βγάζω όταν φτάνω σχολείο και το βάζω στην τσάντα μου. Σήμερα όμως δεν άντεξα άλλο γιατί πριν έρθεις να με πάρεις, πήγα στην τουαλέτα, με ακολούθησαν με έριξαν κάτω, κάθισαν πάνω μου πέντε παιδιά και με πίεζαν στην κοιλιά. Πονούσα πολύ και άρχισα να τα δαγκώνω. Μετά μου τραβούσαν τα ρούχα και εγώ τα δικά τους. Με άφησαν μόνο όταν ήρθε η Κατερίνα μέσα και τους έβαλε τις φωνές.
Κατάλαβα αμέσως γιατί την Κατερίνα την άκουσαν. Όπως μου είχε πει ο Φοίβος, ήταν η καλύτερη μαθήτρια μέσα την τάξη και η πιο όμορφη ̇ όλα τα αγόρια ήθελαν να τα έχουν καλά μαζί της. Η Κατερίνα είναι που από την πρώτη επίθεση που δέχτηκε του είχε πει την αιτία. Είναι που δεν έρχεσαι στο μάθημα των θρησκευτικών, είναι που είσαι άθεος ̇εγώ σε συμπαθώ και η μαμά μου, μου έχει πει να σου μιλάω και να μην σε πειράζω γιατί είσαι καλό παιδί. Μα και άλλα παιδιά δεν έρχονται στο μάθημα, ο Ρεζάι , η Φιορίντα, γιατί σε εμένα είχε ρωτήσει ο Φοίβος. Τα άλλα παιδιά δεν είναι Ελληνάκια, του απάντησε η Κατερίνα.