Αρχική Πολιτισμός Λογοτεχνικό Εργαστήριο 2 Πέντε σκόνες μετρημένες, της Μαρίας Κέρογλου

Πέντε σκόνες μετρημένες, της Μαρίας Κέρογλου

488

Τις νταμιτζάνες. Πόσα γράδα είναι το τσίπουρό μας; Σαράντα οκτώ;
Είδα το 4 με όλες τις γωνίες του και το 8 με τις καμπύλες να λάμπουν και να σβήνουν στο μυαλό μου. Κοντός, χοντρός και κοιλαράς. Κυρ Σταύρος. Ανοίγει βόθρους με το Φουξ.
Έξι σκαλοπάτια κάτω. Δέκα μέρες πριν τα δώδεκα.
Δεν ξέρεις τι έχω κάνει σε κάτι δωδεκάχρονα σαν κι εσένα.
Δεκαοχτώ σκαλοπάτια πάνω. Ακούει την αδερφή της με τα Λέγκο. Πάνω ακριβώς.

Κάτω, ακριβώς στις έντεκα μπήκε η Σοφίτα στο υπόγειο να χαζέψει λίγο. Τα ζωγραφιστά κεφαλάρια ενός παλιού σιδερένιου κρεβατιου χωρίς στρώμα. Χωρίς στρώμα.Και να ψάξει τι; Τίποτα.Της άρεσε το φως που ΄ μπαινε απ΄το φεγγίτη, η σκόνη που στροβιλιζόταν και η μυρωδιά του μούστου.
Όλγα η κόρη του. Φίλες. Λίγο.

Πέντε σκόνες μετρημένες, της Μαρίας Κέρογλου*

Σε κάτι τεράστια βαρέλια πατούσαν τα σταφύλια με τη θεία της κι έτρεχε ο μούστος στις λεκάνες.
Τα μάτια του χωρίς ίριδα.
Ως τη μέση του βαρελιού έφτανε. Τεσσάρων;

Ο κυρ Σταύρος τράβηξε μια καρέκλα κι έκατσε δίπλα της.
Δεν κρατάω την αναπνοή μου γιατί θα δείξω ότι φοβάμαι.Φοβάμαι σημαίνει κατάλαβα
Κι αυτό θα πει ναι.Αναπνέω κανονικά και τον ακούω να λέει ιστορίες για δωδεκάχρονα.
Μένει σοβαρή, δήθεν χαλαρή, όσο μεταμορφώνονται τα ρούχα της.
Τα ρούχα είναι λάστιχα,γύψος έγιναν, μια μια οι κλωστές γίνονται ιστός, έγιναν δέρμα, εγώ και τα ρούχα είμαστε ένα.Το στόμα των ρούχων είναι το φερμουάρ.Το κρατάω κλειστό, το κρατάω κρυφό με τα χέρια χαλαρά μπροστά.
Τον πρωτοείδα σκοτεινό εμπρός στην πόρτα, πίσω ο ήλιος.Να δει ήρθε , είπε,αν ο λάκκος ήταν εντάξει και κατεβαίνοντας στο υπόγειο έγειρε την πόρτα. Ρώτησε εδώ είσαι εσύ, τι κάνεις εδώ μέσα.
Δεν έδειξα ότι ψυλλιάστηκα. Η πόρτα.Το κλειδί έξω.
Αν απαντούσα παίζω, θα έδειχνα αθώα κι ευάλωτη.Αν έλεγα τι κάνω, θα έπιανε κουβέντα.
Είπα, τίποτα.
Βαριέσαι; Όχι.
Τρία βήματα προς το μέρος μου.
Δεν κουνήθηκε γιατί ίσως την έπιανε. Δεν φώναξε γιατί θα φαινόταν προκλητικά υποψιασμένη και τότε σίγουρα θα την έπιανε. Πάνω ακούγονταν τα Λέγκο. Μόνο.
Έκατσε ήσυχη.
Τον ακούω να λέει για τις μικρές που΄χε.Ακούω να κοντανασαίνει. Μιλάει κι η ανάσα του ασθμαίνει , κοφτή.
Μούστο και μούχλα μυρίζει γύρω.
Ξάφνου, στο μπούτι της καίει μια έκταση παλάμης. Ο αέρας βραχνιάζει. Μείνε ακίνητη, αν σηκωθείς θα σε πιάσει.
Ρωτάει,είναι πονηρή η μικρή;Ε, πάνω η μικρή είναι πονηρή;
Πού ήταν όλο αυτό το φως απ΄το φεγγίτη τόση ώρα κρυμμένο κι ήρθε κι έσκασε τώρα μπροστά της, κίτρινο, χρυσό με τόσους κόκκους να ζαλίζονται μέσα του.Τόσους κι απ΄αυτούς πέντε σκόνες μετρημένες μία δυο τρεις τέσσερις πέντε ξέφυγαν κι ήρθαν και βάρεσαν προσοχή μπροστά στα μάτια της και φέξανε λέιζερ τρελαμένα, φέξανε τόσο που να πει
Πολύ. Πολύ πονηρή. Πάω να δω μια στιγμή τι κάνει.
Πάτησα ήσυχα στις σκόνες, ήσυχα βγαίνοντας έγειρα την πόρτα και γρήγορα γύρισα το κλειδί. Βγήκα στο μεσημέρι.
Τρεις περασμένες ο πατέρας της άνοιξε με κλειδαρά κι έβγαλε τον κυρ Σταύρο, σχεδόν κατουρημένο.
Στάθηκα έξι σκαλιά πιο πάνω. Ήμουν σκοτεινή, πίσω ο ήλιος. Κατάλαβε ότι δεν είπα τίποτα.
Μπήκε για εργαλεία και κάποιος τον κλείδωσε, είπε, μάλλον η μεγάλη χωρίς να τον πάρει πρέφα. Κι έχασε και το κλειδί.

(Τα κείμενα είναι γραμμένα στα πλαίσια του Λογοτεχνικού Εργαστηρίου του Ομήρειου Πνευματικού Κέντρου Δήμου Χίου, με εμψυχωτή τον Γιάννη Μακριδάκη και δημοσιεύονται με τη σύμφωνη γνώμη των δημιουργών τους.)