Αρχική Απόψεις Aρθρα “Ήθελε να πετάξει…”, γράφει ο Ζ. Στρογγυλός

“Ήθελε να πετάξει…”, γράφει ο Ζ. Στρογγυλός

126
Να ξυπνήσω, λέει, ένα πρωί από την φωνή της μάνας μου για να πάω στο σχολείο. Να είναι φθινόπωρο, Νοέμβρης μήνας καλή ώρα. Να βρέχει ολονυχτίς κι εγώ χαρούμενος που θα πάω στο σχολειό με την μαύρη ομπρέλα του πατέρα μου, την σπαστή, που μύριζε ναφθαλίνη από τα ρούχα της ντουλάπας. Χρόνια στην ίδια θέση, μέσα στη θήκη της.

Ξαναδιάβασε μια φορά το μάθημα για το διαγώνισμα στην Φυσική -Πειραματική. Το ξέρω το μάθημα και την διάθλαση του φωτός… δεν χρειάζεται να το ξαναδιαβάσω. Θέλω να ακούσω τη βροχή να πέφτει μέχρι η μάνα μου να παραβράσει το γάλα στο πετρογκάζ. Δεν μπορώ να το πιώ, καίει. Θα αργήσω για το σχολειό, αύριο θα το πιώ.

Τα καστόρινα μποτάκια που φοράω τρύπησαν αλλά δεν πειράζει που βράχηκαν οι κάλτσες, το κεφάλι μου είναι στεγνό. Η μαύρη σπαστή ομπρέλα του μπαμπά με προστατεύει. Την έφερε ο πατέρας μου από το εξωτερικό, διευκρινίζω όλο καμάρι στην Ερήνη που φοράει αδιάβροχο και τα μουσκεμένα της μάτια ανοιγοκλείνουν για να μπορεί να δει.

Η βροχή δυναμώνει καθώς ανεβαίνουμε τα σκαλιά για την πάνω γειτονιά. Ποτάμι κατεβαίνει το νερό παρασέρνοντας τα κιτρινισμένα φύλλα των δέντρων. Κοίτα Ερήνη, σαν καράβια σε φουρτουνιασμένη θάλασσα είναι. Ο αέρας δυναμώνει και μας παρασέρνει. Τρέξε να πάμε πιο γρήγορα στο σχολειό. Δεν μπορώ να τρέξω, πήγαινε εσύ και θα ‘ρθω σιγά-σιγά εγώ.

Μόνος περπατάω με την σάκα στο ένα χέρι και την σπαστή μαύρη ομπρέλα του πατέρα μου στο άλλο. Δεν φοβάμαι τίποτα, κρατάω την ομπρέλα. Λίγα μέτρα ακόμα και έφθασα… Μια ριπή ανέμου αρπάζει την ομπρέλα από το μουδιασμένο μου χέρι. Πετάει ψηλά, στριφογυρίζει σαν μπαλαρίνα στον χορό της βροχής. Μου γνέφει χαρούμενη, την αποχαιρετώ…δεν λυπάμαι, κι ας βρέχομαι.

Ήθελε να πετάξει, βρε μαμά, αυτό θα πούμε στον μπαμπά.

Νοέμβρης 2019
Ζαννής Ι Στρογγυλός