Αρχική Απόψεις Aρθρα «Τα άστρα»- Μνήμη από Χίο, του Κ. Ζαφείρη

«Τα άστρα»- Μνήμη από Χίο, του Κ. Ζαφείρη

82

Μνήμη από Χίο
του Κώστα Ζαφείρη

Άστρα λέμε στη Χίο τους χαρταετούς. Αγαπημένο πολύ παιδικό παιχνίδι για μικρούς και μεγάλους. Και πάντα φτιαγμένο με κόπο, φαντασία και μεράκι. Αλλά πάνω απ’ όλα με αγάπη. Στα χρόνια της δεκαετίας του 70, το άστρο μου το φτιάχναμε με το θείο μου το Γιάννη. Πιότερο για τον εαυτό του το έφτιαχνε ο θείος παρά για μένα, εγώ ήμουν το πρόσχημα. Αλλά έκανα κι εγώ τη δουλειά μου μη νομίζετε. Να πάω να αναζητήσω «ρεγκλάκια» στην πριονοκορδέλα του Κορδή, να βρούμε κόλλες χρωματιστές στα βιβλιοπωλεία, να βουτήξω αλεύρι από τα ντουλάπια της θειας για την αλευρόκολλα, εφημερίδες ψαλιδισμένες για την «οριά» (την ουρά). Μια φορά μάλιστα είχα βουτήξει και το Ριζοσπάστη από το ντουλάπι άλλου θείου, πράγμα επικίνδυνο στα 70ς, χώρια που ο θείος κρατούσε αρχείο. Είχα ακούσει τα εξ αμάξης.

Το άστρο φτιαχνόταν με υπομονή σε οικογενειακά νυχτέρια στο μεγάλο τραπέζι της κουζίνας. Οι γυναίκες δήθεν γκρίνιαζαν «άντε τελειώνετε να βάλουμε βραδινό!» αλλά εμείς εκεί με κουβέντες για ζύγια και βάρος, για τα χρώματα και τον αέρα, για το πόσο ψηλά θα πάει. Το βράδι στο παιδικό μου μισοϋπνι έβλεπα τον χαρταετό να πετάει ψηλά. Αγέρωχος, ακατάβλητος, χαρούμενος και χρωματιστός.
Τον πετούσαμε πρωί της Καθαρής Δευτέρας, όπου στρώναμε κουβέρτα για νηστήσιμα, κρασιά, χορούς και αστεία που έπιαναν οι μεγάλοι. Πάνω από τα Κεραμεία στο Μέγα Λημνιώνα συνήθως και τα τελευταία χρόνια στην απέραντη αλάνα που είναι σήμερα το γήπεδο του Εφήβου στον Κάμπο. Ο θείος ο Γιάννης τον ανέβαζε με μαστοριά, με τεχνικά χτυπήματα του καρπού στο αμολάρισμα, με μαεστρική διεύθυνση της καλούμπας. Με τα νάυλον σκοινιά από τα βαπόρια που έπρεπε να φοράς χοντρά γάντια εργασίας για να μην σου χαρακώσουν την παλάμη. Επειδή ο πατέρας συνήθως έλειπε, στιγμή απαράβατη ήταν όταν έγραφα, με γράμματα του δημοτικού σχολείου, το γράμμα. Το βάζαμε στο σκοινί κι εκείνο πήγαινε ψηλά, πολύ ψηλά, μέχρι να διασχίσει θάλασσες κι ωκεανούς και να φτάσει στον ξενιτεμένο.
Όταν το άστρο ξεμάκραινε πολύ, ανάλογα με πόσα μέτρα καλούμπα είχαμε, μ’ έπιανε μια ανησυχία. Μήπως τόσο μακριά φύγει και χαθεί, μήπως ξεκόψει και περιπλανιέται μόνο του μακριά μας. Τότε σοφά κοντά στο μούχρωμα ο θείος όμορφα το κατέβαζε και με χαρά το υποδεχόμασταν στη γη, εκεί μέσα στα χορτάρια μετά από την περήφανή του πτήση. Θα το κάναμε κάνα δυο τρεις άλλες φορές το πέταγμα του άστρου. Κάποιες Κυριακές ακόμα, πριν αρχίσουμε, στο γύρισμα της Σαρακοστής να ασχολούμαστε με μπομπάκια, ρουκέτες και άλλα δημοφιλή «ακίνδυνα» πασχαλινά. Παρέμενε για κάποιες βδομάδες, πληγωμένος από τους αέρηδες ο αετός, με ραγισμένα τα ρεγκλάκια του, δίχως ζύγια και με τις κόλλες τις χρωματιστές σε σημεία σκισμένες από τα στοιχεία. Συνήθως η θεία τον έπαιρνε γιατί της έπιανε τη γωνιά και τον αμολούσε στην πυρά όπου έκαιγε κλαδιά και χόρτα. Ars longa vita brevis για τον χαρταετό, όπως και για τόσα άλλα.
Τα καμαρώνω τα άστρα όποτε τα δω εκεί ψηλά. Να ζυγιάζονται, να λικνίζονται, να πέφτουν και να σηκώνονται. Ψηλά, πολύ ψηλά, να μην τα διακρίνει σχεδόν το μάτι. Όπως οι ψυχές των αγαπημένων που ανεπίστροφα έχουν φύγει. Των δικών μας ανθρώπων.