Αρχική Απόψεις Aρθρα Στη μνήμη του Δημήτρη Βάρου, της Ευγ. Ασλανίδου

Στη μνήμη του Δημήτρη Βάρου, της Ευγ. Ασλανίδου

109

Στη Μνήμη του Δημήτρη Βάρου
Αρχές της δεκαετίας του ’70, τη δύσκολη περίοδο λίγο πριν τη πτώση της χούντας και αργότερα, ένα όνομα μου κεντρίζει το ενδιαφέρον μέσα από τα προχωρημένα για την εποχή, άρθρα του στο «Χιακό Λαό»: Δημήτρης Βάρος. Στη μικρή πόλη που ζούμε- τότε ήταν ακόμη μικρότερη- ήταν εύκολο να διασταυρωθούν οι δρόμοι μας, πράγμα που συνέβη κάποια στιγμή. Ποτέ δε θα ξεχάσω το δέος που ένιωσα, καθώς έβλεπα για πρώτη φορά…ζωντανό δημοσιογράφο.
Το σαράκι της δημοσιογραφίας είχε μπει μέσα μου…
Όταν του το εκμυστηρεύτηκα πολύ αργότερα, θυμήθηκε τον εαυτό του νεαρό δημοσιογράφο στην Αθήνα, να γνωρίζει από κοντά ανθρώπους «μύθους» της δημοσιογραφίας που διάβαζε από παιδί, όπως ο Δημήτρης Ψαθάς, ο Γιάννης Μαρής. «Δε μπορείς να φανταστείς πόσο γρήγορα τους απομυθοποίησα»,μου είχε πει…
Δεν πρόλαβα να τον απομυθοποιήσω, ευτυχώς…
Όταν εγώ έμπαινα στη Χιακή δημοσιογραφία, εκείνος κατακτούσε την πανελλήνια.
Αρχές του 2000 αγόρασα τον πρώτο μου υπολογιστή και ο καλός μου, αξέχαστος φίλος Αντώνης Παληός ήρθε στο σπίτι να μου δείξει πως λειτουργεί. «Αυτό είναι το google, μου λέει. Σου βρίσκει τα πάντα. Γράψε ο, τι θέλεις». Έγραψα Δημήτρης Βάρος. Και έπεσα επάνω σε έναν ποιητικό και όχι μόνο θησαυρό που έφερε επίσης την υπογραφή του.
Τέλος Ιανουαρίου του 2007, σε μια προσπάθεια αναβάθμισης της «Δημοκρατικής», ήρθε στη Χίο ο Δημήτρης Βάρος να μας δώσει τα φώτα του. Ήταν μία από τις καλύτερες δημοσιογραφικές στιγμές που ζήσαμε.
Προσωπικά; Απολάμβανα το μύθο μου και, επιτέλους, κοντά 40 χρόνια μετά, η «μαθήτρια» έπαιρνε συνέντευξη από το Δάσκαλο.
Υ.Γ1 Μια μικρή αναδρομή με αφορμή τον πρόωρο χαμό του, ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη του.
Υ.Γ.2 Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη «Δ» στις 2 /2/2007)


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΟΣ: Ο «καπετάνιος» της δημοσιογραφίας

Της Ευγενίας Ασλανίδη
Ήθελε να γίνει καπετάνιος στη θάλασσα, αλλά έγινε στη…δημοσιογραφία. Έκτισε μια καριέρα στα πέλαγα της ενημέρωσης με καράβι την εφημερίδα. Έπιασε «στεριά» όταν μπήκαν στις εφημερίδες οι μάνατζερ. Σήμερα είναι διευθυντής της «Τεχνοεκδοτικής» που εκδίδει 7 μηνιαία περιοδικά. Παρ όλα αυτά θα μπορούσε να μας απασχολήσει και σαν ποιητής, αφού η ποίηση αποτελεί ένα άλλο κεφάλαιο της ζωής του, με πρώτο δάσκαλο το Νίκο Γιαλούρη. Ένας ακόμα λογοτέχνης που «έφαγε» η δημοσιογραφία για να ζήσει, όπως θα έλεγε και ο καθηγητής του Γιώργης Διλμπόης που ανακαλύπτοντας την έφεσή του στο γράψιμο τον έφερε στο «ΧΙΑΚΟ ΛΑΟ» απ’ όπου ξεκίνησαν όλα.

Τα πρώτα ερεθίσματα

Ο Δημήτρης Βάρος, γεννήθηκε στη Χίο από πατέρα Μυτιληνιό, εφοριακό στο επάγγελμα και μητέρα κόρη Άγγλου Πρόξενου, και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Σάμο. Τα πρώτα ερεθίσματα να γίνει δημοσιογράφος τα πήρε από το πατέρα του που παράλληλα με το επάγγελμα του, αρθρογραφούσε στο σαμιακό αλλά και στο χιακό Τύπο, πολύ πριν γεννηθεί ο Δημήτρης. Δεν είναι τυχαίο που νονός του ήταν ο εκδότης της «ΠΡΟΟΔΟΥ» Δημήτρης Φραγκούλης φίλος του πατέρα του.
«Η εικόνα του πατέρα μου που πήγαινε το βράδυ στην Εφορία, άνοιγε το γραφείο του έβαζε τη γραφομηχανή μπροστά του και έγραφε, ενώ εγώ καθόμουν παρακεί και απασχολούμουν, παραμένει έντονη μέσα μου. Όπως και η μεγάλη εντύπωση που μου έκανε όταν την επόμενη ημέρα που κυκλοφορούσε η εφημερίδα έβλεπα το κείμενο του πατέρα μου δημοσιευμένο».
Όταν επέστρεψε στη Χίο μαθητής γυμνασίου πια, άρχισε να γράφει και εκείνος χρονογραφήματα στην «Πρόοδο» με ψευδώνυμο που δεν κοπίασε καθόλου να το βρει: «Ο πατέρας μου τα άρθρα του τα υπέγραφε ως «Γ (Γιώργος) Εκηβόλος». Έτσι κι εγώ άρχισα να υπογράφω ως «Δ. Εκηβόλος». Περιέργως έκαναν εντύπωση εκείνα τα κείμενα που έγραφα. Ένα από αυτά αναφερόταν στο μιναρέ του τζαμιού που έγερνε. Με ρωτούσαν, πώς εσύ ένα παιδί του γυμνασίου το παρατήρησες, και αυτό μου έδινε μια ώθηση να συνεχίσω να γράφω».

Ο μέτριος μαθητής και ο διορατικός δάσκαλος

Μαθητής ακόμα πήρε…μεταγραφή στο «Χιακό Λαό» , όπου υπόγραφε τα άρθρα του με το ψευδώνυμο «Επίκουρος». «Θυμάμαι, στην τρίτη γυμνασίου είχαμε γράψει έκθεση και ο καθηγητής μας ο Γιώργης Διλμπόης μου είπε : «εσύ έχεις ταλέντο, πρέπει να το καλλιεργήσεις». Ήμουν μέτριος μαθητής και το γεγονός ότι ένας καθηγητής μου, κάτι βρήκε σε μένα, με επηρέασε. Ο Διλμπόης ήταν εκείνος που βοήθησε στη γνωριμία μου με τον Σφηκάκη. Του έδινα τα κείμενα μου και τα δημοσίευε ο ίδιος στο «Χιακό Λαό», πριν πάω φαντάρος.
Ονειρευόταν να κρατήσει τη δημοσιογραφία σαν πάρεργο, όπως ο πατέρας του, και να ακολουθήσει το δρόμο της θάλασσας. Ήθελε να γίνει καπετάνιος. «Όλη μου η παρέα στο Φραγκομαχαλά που μέναμε, άλλος ήθελε να πάει στις Οινούσσες για πλοίαρχος, άλλος στη σχολή Μηχανικών , οπότε είχα επηρεαστεί. Τότε συνέβη ένα ναυάγιο με θύματα από τη γειτονιά μας, και πέσανε απάνω μου οι δικοί μου να μην πάω στη θάλασσα. Τότε της κόλλησε της μητέρας μου να με στείλει στο Λονδίνο στον άλλο μου παππού να σπουδάσω δημοσιογραφία».

Στο ΠΑΣΟΚ με αριστερές ανησυχίες

Έμεινε τρία χρόνια στο Λονδίνο, τα παράτησε στη μέση και γύρισε στη Χίο γύρω στο ’73, οπότε και ανέλαβε το «Χιακό Λαό». Μια πολύ καλή περίοδος για την εφημερίδα και λόγω της στάσης που κράτησε απέναντι στην πολιτική κατάσταση της χώρας, αλλά και γιατί έδινε διέξοδο στις πνευματικές ανησυχίες των νέων της εποχής, μέσα από τις φιλολογικές της σελίδες που δημιούργησε γι αυτό το σκοπό. Από εκεί ξεπήδησε η ομάδα που έφτιαξε την κινηματογραφική λέσχη Χίου. «Θέλαμε να μπούμε και στο Φιλοτεχνικό αλλά δεν ήταν εύκολο», θυμάται σήμερα ο Δ. Βάρος. «Είχαμε όμως ανησυχίες να αλλάξουμε την κατάσταση, κι έτσι όταν ήρθε η απελευθέρωση αρχίσαμε να ασχολούμαστε με τα πολιτικά. Οι αριστεροί της παρέας σκεφτήκαμε πως δε μπορούμε να κάνουμε και πολλά πράγματα μόνοι μας , και αποφασίσαμε να μπούμε λάου- λάου στο ΠΑΣΟΚ και να διαβρώσουμε το σύστημα από μέσα».
Εκείνη την περίοδο καριέρα στην Αθήνα έκανε ο Χιώτης δημοσιογράφος Στρατής Ζαχαριάδης, ο οποίος ανακαλύπτοντας το ταλέντο του Δ. Βάρου του πρότεινε να τον πάρει στην μαζί του. «Ήθελα να φύγω αλλά χωρίς να δημιουργήσω πρόβλημα στο Σφηκάκη με τον οποίο είχαμε μια πολύ καλή σχέση. Τελικά όμως τον στενάχωρεσα».

Στην Αθήνα και κατευθείαν στα βαθιά
Η καριέρα του στην Αθήνα ξεκίνησε από την εφημερίδα «Ακρόπολη» το 1976. «Μια εβδομάδα είχα εκεί και πήγα να κάνω ρεπορτάζ. Μόλις βλέπει να χειρόγραφα μου ο Φυντανίδης- ήταν διευθυντής της εφημερίδας- μου λέει: «εσύ γράφεις καλά δε θα ξανακάνεις ρεπορτάζ, θα μείνεις μέσα, να βλέπεις τα χειρόγραφα των άλλων». Εγώ το θεώρησα υποτιμητικό, νόμιζα ότι με ήθελαν για διορθωτή. Στην πορεία κατάλαβα ότι μου είχαν αναθέσει τη θέση του συντάκτη ύλης .Δηλαδή με έβαλε σε μια πορεία από την οποία δεν ξαναβγήκα πια. Όταν έφυγε ο Φυντανίδης για την «Ελευθεροτυπία» ανέλαβα αρχισυντάκτης στην «Ακρόπολη». Πολύ νέος μπήκα στα βαθιά».

Η Κυριακή της εφημερίδας
Ένας σημαντικός σταθμός στη ζωή του είναι η γνωριμία του με τον Αλέκο Φιλιππόπουλο. Τον άνθρωπο που έφτιαξε την πρώτη εφημερίδα με φωτοσύνθεση σε σχήμα ταμπλόιντ και ήταν φυσικά το «ΕΘΝΟΣ», όπου ο Δ. Βάρος ανέλαβε αρχισυντάκτης. Έφυγε από εκεί και συνεργάστηκε με το ΚΚΕ (αριστερός γαρ) στην έκδοση της εφημερίδας «Πρώτη», η οποία όμως έκλεισε σύντομα. Με το που το μαθαίνει ο Φιλιππόπουλος του ζητά να επιστρέψει στο «ΕΘΝΟΣ» και να αναλάβει διευθυντής στην κυριακάτικη έκδοση.
«Μέχρι τότε οι κυριακάτικες εκδόσεις ήταν η περιθωριακή έκδοση της ημερήσιας εφημερίδας. Το «Έθνος» πούλαγε 130 χιλιάδες φύλλα την ημέρα μόνο στην Αθήνα, και το κυριακάτικο πούλαγε τριάντα πέντε σε όλη την χώρα. Δεν την αγόραζε ο κόσμος αλλά και οι δημοσιογράφοι την αντιμετώπιζαν σαν τον κάλαθο των αχρήστων. Ό,τι περίσσευε από το ημερήσιο το βάζαμε στο κυριακάτικο φύλλο. Ανέλαβα λοιπόν το «Έθνος της Κυριακής» το 1986 και πεισματάρης όπως ήμουν πάντα, είπα πως αφού είμαι καπετάνιος σε αυτό, θα το κάνω το καλύτερο καράβι».
Και το έκανε. Οι πωλήσεις εκτινάχτηκαν στα ύψη. Οι πωλήσεις από τις 30 έφτασαν στις 70, στις 80 χιλιάδες φύλλα. Έγινε η εφημερίδα που δέσποζε την Κυριακή και εν τω μεταξύ οι πωλήσεις των καθημερινών φύλλων άρχισαν να πέφτουν. «Τότε προτείνω στο Φιλιππόπουλο να βγάλουμε τηλεοπτικό περιοδικό . Το Τ.V. ΕΘΝΟΣ που κυκλοφορούσε μαζί με το φύλλο της Κυριακής διπλασίασε τις πωλήσεις μας. Ακολούθησαν και οι άλλες εφημερίδες και δημιουργήθηκε η κυριακάτικη αγορά , αυτή που δεσπόζει σήμερα».

Η δημοσιογραφική υποβάθμιση

Όταν πέθανε ο Φιλιππόπουλος, ο Βάρος ανέλαβε γενικός διευθυντής του ΕΘΝΟΥΣ. Παραιτήθηκε όταν την διοίκηση της εφημερίδας ανέλαβε μάνατζερ. «Δε μπορούσε να υπάρξει κανενός είδους συνεργασία μεταξύ μας» Για λίγο διάστημα, ούτε χρόνο, πήγε στον «Τύπο της Κυριακής». Δεν έμεινε. «Υπήρχε πια ένα κλίμα στις εφημερίδες, μέσα στον πανικό της πτώσης της κυκλοφορίας, που οδηγούσε σε δημοσιογραφική υποβάθμιση. Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να διορθωθεί όλο αυτό που έχει στραβώσει στις εφημερίδες. Είναι φοβερό το ότι πολύς κόσμος παίρνει την εφημερίδα για τα δώρα (μέχρι τσόντες βάζουν) και την πετάει χωρίς να την ανοίξει. Αυτό έχει περάσει στους εκδότες που σήμερα πια είναι επιχειρηματίες. Και αφού πουλάνε με τα ντιβιντί γιατί να πληρώνουν δύο χιλιάδες ευρώ ας πούμε ένα δημοσιογράφο επειδή έχει καλή πένα. Παίρνουν τρία κοριτσάκια από τις σχολές που δουλεύουν τσάμπα για να βλέπουν και το ονοματάκι τους. Πλήρης απαξίωση».