Αρχική Απόψεις Aρθρα Τα καΐκια τα τρώει η στεριά…, του Κώστα Σκανδάλη

Τα καΐκια τα τρώει η στεριά…, του Κώστα Σκανδάλη

194

Είναι από τα παιχνίδια της μοίρας που δεν γίνεται να σε αφήσουν αδιάφορο. Τέλος Σεπτέμβρη να διαβάζεις ότι ο “Στυλιανός” αναγκαστικά θα οδηγηθεί στην καταστροφή. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή του χρόνου που σε όλα τα χρόνια της “ενεργού υπηρεσίας” του τον έβρισκε καλογυαλισμένο, φορτωμένο με τα καινούρια του δίχτυα, έτοιμο για την πρώτη μέρα που πιάναν δουλειά οι τράτες.

Όσοι μεγαλώσαμε στην Δασκαλόπετρα έχουμε στις παιδικές μας αναμνήσεις τη μυρωδιά της λαδομπογιάς από τις τράτες από την εποχή που τις τραβούσαν έξω. Επειδή ήταν στον δρόμο μας πηγαίνοντας ή φεύγοντας από την παραλία και το μπάνιο μας κι επειδή στη διαδρομή αυτή, παίζοντας όλο και κάπου θα σκαλώναμε στις φρεσκοβαμμένες τράτες, εκεί στο μικρό καρνάγιο πριν την παραλία, πολλές φορές είχαμε τα χρώματα τους στα ρούχα μας, στα πέδιλα μας ακόμα και πάνω μας. Ναι την εποχή που τις ετοίμαζαν, οι τράτες ήταν οι κρυψώνες στο κρυφτό μας, ήταν το γύρω – γύρω στο κυνηγητό μας κι ας μας φώναζαν οι μεγάλοι να φύγουμε γρήγορα από εκεί…

Κάποια στιγμή στα διαλείμματα του ατέλειωτου καλοκαιρινού παιχνιδιού μας οδηγούσε η περιέργεια σε αυτά τα εργοτάξια των καϊκιών και να κοιτάζουμε τους μαστόρους που μας εξηγούσαν για το τρίψιμο και το βάψιμο του σκαριού εξηγώντας μας “γιατί το καΐκι το τρώει η θάλασσα” βάζοντας έτσι στο μυαλό μας εικόνες που μόνο η παιδική φαντασία μπορεί να γεννήσει.

Τέλος Σεπτέμβρη όμως όλες ήταν παραταγμένες στο λιμανάκι, έτοιμες να σηκώσουν την άγκυρα τους στο ξημέρωμα της 1ης του Οκτώβρη. Το απόγευμα εκείνης της ημέρας το λιμανάκι της Δασκαλόπετρας ζούσε το δικό του πανηγύρι, θυμάμαι πολλά αυτοκίνητα και ανθρώπους να στριμώχνονται εκεί για να ψωνίσουν από την πρώτη ψαριά. Μία μία επέστρεφαν εκείνη την ώρα και μόλις έδεναν τα σχοινιά, άρχιζε το πλήρωμα να ξεφορτώνει τα ψάρια μέσα σε ξύλινα τελάρα στο καρότσι του ιχθυοπώλη. Κάθε τελάρο ζυγίζονταν στο καντάρι, με τη ράβδο της να στερεώνεται στους ώμους δύο μελών του πληρώματος, εκεί μπροστά στην τράτα και ανάμεσα σε όλο το συγκεντρωμένο κόσμο, σημείωναν ο καπετάνιος κι ο ιχθυοπώλης τους αριθμούς στα μπλοκάκια τους και μετά το καρότσι σπρώχνονταν λίγα μέτρα πιο πέρα προς το ψαράδικο, ακολουθούμενο από τον κόσμο δημιουργώντας μια πολύ γραφική και θορυβώδη εικόνα με τον χαρακτηριστικό ήχο που έβγαζαν οι ρόδες από το βαρυφορτωμένο μεταλλικό καρότσι και οι φωνές των ενδιαφερομένων και αγωνιών των πελατών που ήθελαν να προλάβουν.

Μια εικόνα που θα επαναλαμβάνονταν η ίδια στην επόμενη και στην επόμενη τράτα που έφτανε, μέχρι το βράδυ. Τις επόμενες μέρες ίδιες οι εικόνες άλλοτε με περισσότερο κόσμο, άλλοτε με λιγότερο, θα μετρούσαμε τον κόσμο πια από τη φασαρία μόνο αφού τα διαβάσματα του σχολείου θα μας τραβούσαν πια μέσα στο σπίτι. Αλλά ακόμα κι εκεί ανάμεσα στη τόση παπαγαλία που ήμασταν φορτωμένοι, ο ήχος του καροτσιού θα ξεχώριζε.

Η πολύχρωμη αυτή εικόνα είναι από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μένει εκεί κλειδωμένη στο δικό της χρονοντούλαπο. Η συνέχεια της ιστορίας περιέχει τους όρους Ευρωπαϊκή οδηγία, νόμοι περί αλιείας, επιδοτήσεις, καταστροφή των καϊκιών. Ο καθένας μας έχει την υποχρέωση να κρίνει και η κάθε ενέργεια κρίνεται από τα αποτελέσματα της.

Σίγουρα η ζωή στο λιμανάκι είναι πολύ διαφορετική και η 1η του Οκτώβρη δεν διαφέρει πια πολύ από τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου.
Κρίμα που δεν θυμάμαι όλα τα ονόματα των καϊκιών, μόνο ένα – δύο έρχονται στο μυαλό, αλλά στο όνομα του “Στυλιανού” ήθελα να γράψω αυτές τις κουβέντες για να τιμήσω τους καπετάνιους και τα πληρώματα αυτών των σκαριών, ζώντων και τεθνεώτων. Ήθελα να γράψω κάτι από τις παιδικές μου μνήμες που μου έφερε στο μυαλό η είδηση για το τέλος του “Στυλιανού”. Δεν χωράει εδώ να γράψω για το γιατί να τελειώνει εδώ και με αυτόν τον τρόπο αυτή η ιστορία.

Αυτό που μου έρχεται να γράψω μετά από αυτή τη μικρή αναδρομή μου είναι ότι η Ιστορία παραδίδει τα μνημεία, τα έθιμα και τα κειμήλια του τόπου μας στα χέρια μας και καμία Ιστορία δεν μας δίνει το δικαίωμα να τα καταστρέφουμε, έχουμε την ευθύνη να τα παραδώσουμε άθικτα στην επόμενη γενιά. Μπροστά στα μάτια όλων μας σάπιζε καθημερινά ο “Στυλιανός” όσο αυτός καρτερικά αγνάντευε από το στερνό του αγκυροβόλιο, τον κόλπο της Δασκαλόπετρας, το σπίτι του, το λιμάνι του.

Τελικά, μάστορα, τα καΐκια τα τρώει η στεριά..

του Κώστα Σκανδάλη