Αρχική Απόψεις Aρθρα Το απονενοημένο βήμα της συνταξιοδότησης, της Μ. Αποστολίδη

Το απονενοημένο βήμα της συνταξιοδότησης, της Μ. Αποστολίδη

332

Δύσκολα μου έβαλε ο Θοδωρής. Θέλει να του πω πώς νιώθω που συνταξιοδοτούμαι στο άνθος της ηλικίας μου. Τι να πω, αλήθεια, δεν ξέρω…
Καταρχήν να επισημάνω ότι αν ήμουν σίγουρη ότι δε θα καταργούταν η αβάντα που μου δίνεται ως εκπαιδευτικού – γονέα παιδιού με ειδικές ανάγκες να αποχωρήσω με πλήρη σύνταξη από τα 50 χρόνια μου, θα καθόμουν λίγο ακόμα. Αλλά σε καμιά περίπτωση δε θέλω να ξυπνήσω αύριο και να μου πουν ότι τα 67 είναι μονόδρομος. Γιατί έτσι θα γίνει. Δεκαεφτά χρόνια παραπάνω δεν τα λες και λίγα. Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει – εγώ σίγουρα θα πεθάνω, είμαι στις ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως οι περισσότεροι δάσκαλοι.

Κατά δεύτερον να δηλώσω ότι υπό τις παρούσες συνθήκες το μέλλον προβλέπεται αβέβαιο για τη διά βίου εκπαίδευση της κόρης μου, όπως και κάθε ατόμου με ειδικές ανάγκες. Στη Χίο, μετά το πέρας της υποχρεωτικής φοίτησης, οι επιλογές είναι περιορισμένες. Αν είσαι υπέρμαχος της δωρεάν δημόσιας εκπαίδευσης, υπάρχει μόνο το ΚΔΑΠΜΕΑ, όπου τηρείται σειρά προτεραιότητας με βάση το οικογενειακό εισόδημα και οι θέσεις είναι περιορισμένες – μόνο 30. Μέχρι τώρα τον έχουμε σκαπουλάρει τον αποκλεισμό αλλά μέχρι πότε. Εγώ, ως δημόσια υπάλληλος, δεν μπορώ να αποκρύψω τίποτα από τις οικονομικές υπηρεσίες, ως μάχιμη είμαι καλοπληρωμένη και είμαι μονίμως στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης με φόβο ψυχής κάθε χρόνο ότι θέση για το παιδί μου δε θα περισσέψει, θα πρέπει να κάτσει σπίτι και να προσλάβω άτομο για να το προσέχει όσο εγώ δουλεύω. Οπότε γιατί να δουλεύω και να μην βγω στη σύνταξη; Μια η άλλη θα μου έρθει, θα αποφύγω έννοιες και σκοτούρες και δε θα έχω ανάγκη κανέναν. Λογικά πράματα. Άλλωστε, όλοι ξέρουμε ότι η πρόνοια σ’ αυτό το κράτος είναι ουτοπία και όχι μόνο δε λύνονται τα προβλήματα αλλά πολλαπλασιάζονται κιόλας. Οπότε η φυσική παρουσία μου στο σπίτι είναι απαραίτητη, αφού οι κακοτοπιές είναι πολλές και δεν μπορώ να διαχειριστώ πια με σθένος τις δυσάρεστες εκπλήξεις.

Τρίτο και καλύτερο. Το σύστημα με απογοητεύει οικτρά, κάθε ώρα, κάθε μέρα. Κι επειδή δεν αντέχω να ζορίζομαι – ήδη παίρνω τρία χάπια την ημέρα – αποφάσισα να φύγω όρθια και με σώας τας φρένας – αυτό το τελευταίο είναι προσωπική εκτίμηση. Κάθε χρόνο και χειρότερη γίνεται η κατάσταση στην εκπαίδευση. Λιγότεροι εκπαιδευτικοί στα σχολεία, περισσότερα παιδιά στις τάξεις, κτίρια λειψά – από θαύμα δεν έχει συμβεί ατύχημα στο Ειδικό της Χίου – εξοπλισμός μηδενικός, ψεύτικα λόγια και υποσχέσεις και εγώ υποκλίσεις δεν μπορώ να κάνω, γιατί αρχίζει και με ενοχλεί η μέση μου – η οστεοπόρωση μου χτυπά την πόρτα – και το στόμα μου να το κλείσω δεν μπορώ – οι ορμόνες μου είναι κι αυτές τσίτα. Κι αντί να φορτωθώ με καμιά ΕΔΕ και με διώξουν κακήν κακώς, είπα να αποχωρήσω οικειοθελώς, χωρίς να σπιλώσω το κατάλευκο ποινικό μου μητρώο.

Η ιστορία με το Ειδικό είναι πονεμένη και παρότι είχα τη δυνατότητα να γυρίσω στη γενική αγωγή – λόγω των δυο πτυχίων – δε θέλησα να το κάνω. Γιατί η ειδική αγωγή είναι αρρώστια και δεν περνάει. Κι άμα έχεις συνηθίσει την παράνοια, με λογικούς δεν μπορείς να επιβιώσεις. Και τα «κυρία» και «κύριε» δεν τα αντέχω. Εμείς στο ειδικό, ανεξαρτήτου ηλικίας και νοητικής κατάστασης, λέμε τα πρόσωπα και τα πράματα με το όνομά τους, κατάμουτρα, αναστολές δεν έχουμε, τίτλους τιμής δε γουστάρουμε, έτσι μας έμαθαν τα παιδιά, επισήμους δε βλέπουμε, γιατί ο χώρος δεν είναι γκλάμουρους, άντε κανένα Χριστούγεννο να έρθει κανένας πολιτικός Αι-Βασίλης με τους παρατρεχάμενους να μοιράσουν δωράκια κι εμείς να κρυφογελάμε βλέποντας την αμηχανία τους και τα γουρλωμένα μάτια τους, καθώς τα παιδιά τους απευθύνουν, αυθορμήτως και ευθέως, ερωτήσεις του τύπου γιατί είσαι κοντός ή γιατί δεν έχεις μαλλιά ή όταν κατά περίπτωση ακούνε και κανένα πιο βαρύ, όπως το όνομά σου είναι άσκημο (όταν πέφτουν οι συστάσεις) ή θέλω να φύγεις αμέσως, πέρασε έξω, δε θέλω να σε βλέπω (οι επισκέψεις δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτες σε περιπτώσεις αναπτυξιακών διαταραχών) και άλλα τέτοια τρισχαριτωμένα που για μας είναι αναπόσπαστα κομμάτια της καθημερινότητάς μας.

Να, αυτά θα μου λείψουν αφάνταστα. Θα μου λείψει η τρέλα και το τσαλάκωμα που κανένας δε φοβάται σε αυτό το χώρο, οι αδερφές ψυχές, τα ελάχιστα λόγια αλλά οι ουσιαστικές ματιές, τα γέλια και τα κλάματα, το σανίδι – έχουμε κάνει ωραίες δουλειές επί σκηνής – και το χειροκρότημα. Δε θέλω να ξεχάσω ποτέ πώς η απόγνωση και η δυσπιστία των γονέων, όταν φέρνουν για πρώτη φορά τα παιδιά τους στο σχολείο, γίνονται με τον καιρό εμπιστοσύνη, ασφάλεια και αγάπη, πώς οι μαθητές μας, που έρχονται μια σταλιά με συμπεριφορά αγριμιού, αποφοιτούν ολόκληρες κοπέλες και αντράκια, πιο συγκροτημένοι και κόσμιοι, αφού βέβαια πρώτα έχουμε περάσει όλοι μας από σαράντα κύματα. Αυτά τα κύματα δε θέλω να ξεχάσω για να θυμάμαι ότι έζησα ανατροπές, μικρά θαύματα, εμπειρίες ζωής που ο περισσότερος κόσμος δεν φαντάζεται ότι υπάρχουν. Ωραία πράματα που, αν έχεις λίγο μυαλό, σε κάνουν να βλέπεις τα πράγματα αισιόδοξα και να μη φοβάσαι τα «απονενοημένα» βήματα. Επιπλέον, κληροδοτώ στην υπηρεσία το γιο μου που, εκτός απροόπτου, του χρόνου θα πάρει τη θέση μιας Ματρώνας. Και χαίρομαι γιατί το γουστάρει και το ’χει, στενοχωριέμαι όμως γιατί θα τον φάει η μαρμάγκα, θα καταλήξει – όπως χιλιάδες άλλοι – ένας περιπλανώμενος δάσκαλος, μόνιμα σε καθεστώς ωρομισθίας ή αναπλήρωσης, κυνηγώντας μόρια και θέσεις εργασίας ανά την επικράτεια.

Εν ολίγοις, Θοδωρή μου, τα συναισθήματα όταν από μάχιμος γίνεσαι απόμαχος είναι αντικρουόμενα, όπως σε κάθε σοβαρή καμπή της ζωής μας. Αλλά ένα καφεδάκι μάλλον θα περνάω να το πίνω με τους φίλους μου και τα παιδιά μου στο Ειδικό – μου υποσχέθηκαν ότι θα το κερνούν, μιας και θα είμαι πλέον μια πτωχή συνταξιούχα – γιατί οι κακές συνήθειες δεν κόβονται εύκολα και όσο γερνάς μένεις προσκολλημένος στα περασμένα.

Ματρώνα Αποστολίδη