Αρχική Απόψεις Aρθρα Το χρέος, γράφει ο Κοσμάς Τσόλας

Το χρέος, γράφει ο Κοσμάς Τσόλας

245

Ο ιδρώτας φουσκάλιαζε στο μέτωπό του, αυλάκωνε, κυλούσε στη μύτη κι από κει έσταζε στα κόκκινα πλαστικά του αλυσοπρίονου, μπερδευόταν με τα λάδια, τις βενζίνες και τα πριονίδια, έσταζε στις ψήκτρες του ζέοντος κυλίνδρου κι εξατμιζόταν αμέσως με ένα απότομο τσιτσίρισμα.
Γονατιστός πάνω από το εργαλείο ανάσαινε βαριά, από τα πνευμόνια ακούγονταν ένας σφυριχτός ρόγχος, οι φλέβες του λαιμού διογκωμένες και πάλλουσες, ο αυχένας ροζιασμένος όλο χαρακιές, τα χοντρά δάχτυλά με τα βρώμικα νύχια έψαυαν, ψηλαφούσαν, ανασκάλευαν. Μέσα από τα δόντια έφτυνε καταπάνω του κατάρες, βρισιές και απειλές, μετά απελπισμένος τα γύριζε, το κανάκευε, το καλόπιανε, εν τέλει το εκλιπαρούσε με γλυκόλογα, σαν δύστροπη γυναίκα.
Όμως το στριφνό εργαλείο κείτονταν πεισματικά βουβό εμπρός του, αρνούμενο να υπακούσει, γαϊδούρι που στύλωσε ανυποχώρητο τα πόδια του. Σηκώθηκε ξανά όρθιος, το κοίταξε από ψηλά απειλητικά, πάτησε σα φίδι τη λαβή του, φούχτωσε το κορδόνι με τη χερούκλα του τραβώντας το απότομα με όλη του τη δύναμη, με λύσσα, χασάπης μανιασμένος που γυρεύει να του ξεντερίσει τα σπλάχνα, πιστόνια, μπιέλες, στροφάλους κι ότι ελατήριο και βίδα το συνείχε. Το αλυσοπρίονο αδιάφορο γουργούρισε ανόρεχτα και θαμπά σαν αγουροξυπνημένος ξενύχτης κι από τα σωθικά του μύρισε έντονα βενζίνη.

«Μπούκωσε» μουρμούρισε «μπούκωσε το πούστικο» και το ‘φτυσε χωρίς σάλιο από το ξερό του στόμα γονατίζοντας και πάλι. «Τα ίδια παθαίνει κάθε φορά που το βάζω σε αμυγδαλιά, πυρώνει, γίνεται Τούρκος και μετά σβήνει. Το σκληρότερο ξύλο, ακατέλυτο, σίδερο, τι σίδερο, ατσάλι δε λες, μου στομώνει και τις αλυσίδες. Παλιά λέει με αμυγδαλόξυλο κάνανε τους μαγκάνους στα πηγάδια, τόσο γερό. Είδες εκεί που ερχόμαστε ένα πηγάδι θερίο; Πηγαδάρα. Βάθος ε; Άπατο. Αυτό δεν είναι πηγάδι κάστρο είναι, είδες κάτι γέρματα κοντυλογραμμένα μέσα; Σκύβεις στο φιλιατρό και σε πιάνει ζάλη να πέσεις, να χαθείς. Πως σκάβανε εκεί κάτου, πως ανάσαιναν αέρα είμαι να απορήσω. Είδες κάτι αγκωνάρια που είναι χτισμένο το φιλιατρό; Θεόρατα. Από το Λυθρί απέναντι τα ‘χουνε φερμένα. Είναι χτισμένο με κουρασάνι γι’ αυτό βαστάει ακόμα. Τι χέρια λέω τα κάμνανε αυτά τα πράματα, τι αθρώποι. Ο μάγκανός του, που τονε βλέπεις τώρα σαφρακιασμένο και παραλυμένο σα γεροκούσαλο, είναι αμυγδαλιά, πόσα χρόνια κι ακόμα στέκεται, από παιδάκι τον θυμούμαι, άμα σου λέω σίδερο. Κάτσε ένα λεφτό να βγάλω το μπουζί να αεριστεί ο κύλινδρος, να δούμε μπας και πάρει μπρος το αφορεσμένο. Έλα τώρα πάμε να κάτσουμε στο δροσιό να κάμομε τσιγάρο, έχω και νερό κρύο, είδες ζέστη που κάνει ακόμα; Μου χανε χαρίσει τότε ένα σέτερ, ήβγαινα στο ορτύκι, μόλις που είχα γυρίσει με τη ξενική τη σύνταξη στη τσέπη. Καλό ζό, υπάκουο, με φέρμες κοντινές, πουλί δεν ήχανα. Μόνο είχε ένα ελάττωμα. Κάθε που μούχρωνε, μόλις ήθελε να βραδιάσει, ήπιανε να κλαί, μα με ένα κλάμα σαν άνθρωπος. Μου λέει η γυναίκα, η γειτονιά παραπονιέται, θα μας διώξουνε, τι καταλαβαίνεις, τι θα γίνει με το σκύλο. Τι να κάμω, τον ήπαιρνα κι εγώ κάθε που νύχτωνε και τον πήγαινα σεριάνι να ησυχάσει, δεν ήθελα να τονε διώξω βλέπεις. Ένα βράδυ, σκοτάδι πήχτρα, Νοέμβρης μήνας, πάμε να περάσομε από το πηγάδι- να σου το λέω και ανετριχιάζω- και πέφτω πάνω στη Λίζα, Λίζα την έλεγα, που είχε καρφωθεί μπροστά μου, λες και φερμάριζε. Αγριεύτηκα. Να είδε λέω καμιά γάτα, κανένα ποντικό. Η Λίζα βιδωμένη, να μην κουνεί ρούπι. Πάω να βγω εγώ μπροστά γρύλλιζε η Λίζα κι έκλαιε. Κάνω να γυρίσω πίσω κι ακούω μέσα από το πηγάδι ένα πλάφ, σα να ‘ριξε κάποιος μέσα πέτρα μεγάλη. Κάνω να φύγουμε κι ακούω από το βάθος ένα στεναγμό, μα ένα στεναγμό. Γυρνώ σπίτι χαλασμένος, μιλιά όμως σε κανένα. Βασανιζόμουν μέρες, είδα κι απόειδα, στο τέλος πάω και βρίσκω το παπά. Μου λέει εκείνος. “Είναι ο Γιάννης που τουφεκίστηκε. Εσύ δεν τα ξέρεις, ήλειπες τότε στην Αμερική. Εγώ τονε κήδεψα κι ας μου λέγανε όλοι πως δε πρέπει, απάνω μου το πήρα το κρίμα. Του οξαποδώ η τράπουλα, το άτιμο το χαρτί τον βούλιαξε στο χρέος, πως ήμπλεξε τέτοιο παιδί, πως πιάστηκε στη φάκα τέτοιο καλό παιδί. Τη τουφεκιά την ήκουσε ο Χρήστος, ώρα εσπερινού, παραμονή του Σταυρού. Τον βρήκανε να κείτεται δίπλα στο πηγάδι κάτω από τη συκιά. Είχε γείρει έτσι να, σα να κοιμότανε με το δωδεκάρι στην αγκαλιά του. Ωχ κι εκείνη η μάννα του….” Έλα μου λέει ο παπάς να του κάμουμε τρισάγιο. Πήγαμε στο οστεοφυλάκιο, ανάψαμε ένα κερί πάνω στο μαύρο κασελάκι με τα κόκαλά του, κάμαμε τρισάγιο, τονε θυμιατίσαμε. Αναπάψου εν ειρήνη αδερφέ μουρμούριζε ο παπάς ξανά και ξανά και χάδευε το κασελάκι σαν να ήταν η πλάτη του Γιάννη. Σε κάνα δυο βράδια τα ίδια πάλι. Παίρνω τον παπά ξανά και πάμε ίσια στο πηγάδι, ανάβομε καντήλι, θυμιατίζομε, ρίχνομε μέσα αγιασμό, δε βαριέσαι. Τα ίδια και χειρότερα. Μαζί με τους στεναγμούς, πετούσανε τώρα μέσα από το πηγάδι και κάτι νυχτοπούλια που κράζανε, να σου κόβουνται τα γόνατα. Εγώ ήχασα τον ύπνο μου. Ανερωτήματα η γυναίκα, βρε χριστιανέ μου τι έχεις, εγώ που να μιλήσω, να βγω και παλαβός. Ένα βράδυ άστραψε μες στο μυαλό μου. Πήγα και πήρα από ένα ψάθινο μια χούφτα από παλιά εικοσάρικα πενηντάρικα και κάτι κατοστάρικα άχρηστα, είχε βγει βλέπεις πια το ευρώ. Πήρα και τη Λίζα, πάμε στο πηγάδι. Τα πετώ μέσα σε τρείς δόσεις. Γιάννη πάρε να παίξεις, πάρε για το χρέος, πάρε και να μας ‘αφήνεις να περνούμε. Από τότε διαβαίναμε καλά, αλλά τον στεναγμό εγώ που να τον ξεχάσω».

Για μια στιγμή σαν να μύρισε λυγαριά η λιβάνι. Σηκώθηκε πήρε το μπουζόκλειδο, βίδωσε το μπουζί, γύρισε το τσοκ και με ένα κοφτό τράβηγμα το αλυσοπρίονο πήρε με τη πρώτη διαμελίζοντας βάναυσα την ησυχία. «Τσακουμάκι έ», μου χαμογέλασε, «τέρμα οι αμυγδαλιές, μόνο ελιόξυλα τώρα». Ο ήλιος του φθινοπώρου μεσουρανούσε. Η θάλασσα στο βάθος ακίνητη.

Κοσμάς Τσόλας