Αρχική Απόψεις Aρθρα Το φυλαχτό, του Κοσμά Τσόλα

Το φυλαχτό, του Κοσμά Τσόλα

327

Δε πα να μου λένε εμένα πετρογκάζ κι ευκολίες. Σα τη φωτιά και το πυρομάχι δεν είναι τίποτα. Άκουε πώς τσιτσιρίζουνε μες στο λαδάκι, oλόφρεσκοι είναι, το πρωί τους μάζεψα, μοσκομύρισε ο κόσμος. Βάλε μια σούμα ακόμα άμα τηνε θές, το νου σου μόνο, είναι δυνατή. Βρέ, βρέ, να φανεί άθρωπος με τούτο το ψοφόκρυο, παλιά τη κάμναμε μόνοι μας, να σου δείξω άμα θες μετά το νεμπικαριό στο κατώι, όλα μόνοι μας τα κάμναμε τότε και κρασί και λάδια και παστελαριές με το αμύγδαλο, απ’ όλα είχαμε. Τώρα ερημιά, μα λέω πως δε θα ‘φήκει να κλείσει η σκήτη Του.

Βάζω μπόλικο αλευράκι, μ’ αρέσει να κριτσανίζουνε και να στέκουνε ντούροι, μωρέ απόφαση πάντως να κάμεις τόσο δρόμο με τα πόδια, αφού δεν εμάργωσες, να ξέρεις σήμερα το πάει για χιόνι, να μείνεις εδώ το βράδυ, άμα κλειστούμε να ‘χω κι εγώ μια παρέα, ο Θεός σ’ έστειλε..

Δόμου το πιάτο σου, έτοιμοι είναι, ένα βάφτισμα μόνο θένε στο λάδι, βάλε και μπόλικο αλατάκι, εγώ το ‘χω μαζεμένο, φάε μη ντρέπεσαι, πού θα τους ξανάβρεις, οι τελευταίοι είναι για φέτος. Έχεις μαζέψεις ποτέ; τους γνωρίζεις; Άαα, δε ξέρεις τι λαχτάρα είναι άμα τους βρίσκεις, άμα δε χιονίσει αύριο, πρώτα ο Θεός, να σε πάω σε ένα μέρος, μπορεί και νά ‘βρομε. Φάε και ψωμάκι μαζί, είναι πρόσφορο λειτουργημένο.

Ήμουνα δόκιμος τότε, γύριζα ολημερίς στα βουνά και στα χτήματα του μοναστηριού, στο κελί ερχόμουν το βράδυ μόνο, να κοιμηθώ. Ήτανε μετά που φύγανε οι τρισκατάρατοι, Θέ μου σχώρα με, μετά το μεγάλο πόλεμο, τότε που μας καβάλησε ο οξαποδός και πιάσαμε να φαγωνόμαστε μεταξύ μας. Μόλις ήκαμε κάμποσες βροχές, ευλογία, λέγω του γέροντα, πήρα το καλαθάκι μου κι ήβγα.

Φανέρωσέ μου τους Παναγίτσα μου να ταΐσω τους αδερφούς μου, δύσκολα χρόνια, πεινάσαμε κιόλας, τσίγκου-τσίγκου τα φέρναμε βόλτα.

Τράβηξα για το Κάθισμα, εκεί τους ήβρισκα συχνά, να εδωνά καρσί μας είναι, μη νομίζεις πως είχαμε και πολλά κουράγια τότε για περπατήματα. Εκεί, βγαίνουνε μέσα στις αστοιφίδες, δρογκάτοι, ντούροι, σα καρότα, να σου βάλω και λίγο ροβιθοπίλαφο πού ‘χω από το μεσημέρι, χόρτασες; Γύριζα όλο το πρωί, μα λες και με στράβωσε ο οξαπεδός και δεν ήβρισκα ούτε έναν, τα χέρια μου γίνανε μαύρα από τα αγκύλια, πεσμένος ήμουνε στα τέσσερα κι ήψαχνα σα το λαγωνικό, μα τίποτις. Αφού τοιμαζόμουνα πια να γυρίσω πίσω σα τη βρεμένη γάτα, σ’ ένα πευκαρούδι, στη ρίζα του, βλέπω και ξεμυτίζει το καπέλο μοιανού, ήτανε ο σπιούνος που λέμε. Πέφτω στα γόνατα, κάμνω έτσι νά τη μαλούπη και τα γλείματα, να κι άλλος δίπλα του, κι άλλος πιο μεγάλος, ήπεσα στη τοπιά, κάμνω το σταυρό μου,  δόξα σοι τω δείξαντι το φώς, ήπιασα και σιγόψελνα, εγέμιζα το καλάθι μου κι ήψελνα, όλους τους αδερφούς θα τάιζα το βράδυ.

Χαμπάρι δεν τους πήρα που στεκούντανε πίσω μου.

Την ήβρες τη χωσιά ρε καλόγερε; μου λέγει ο πιο ψηλός.

Γυρίζω, βλέπω τα σίδερα στα χέρια τος, μαμούκιασα, σα τη λαβωμένη τη πέρδικα.

Κάλοι είναι ρε; τρώγουνται; λέει ο άλλος και μου παίρνει το καλάθι από τα χέρια. Εγώ τσιμουδιά. Τρώγουνται ρε, μίλα, μουγκάθηκες, φάε ένανε να σε δούμε.

Ήπιασα  ένανε, τονε σκούπισα με το ράσο από τα χώματα, ήκοψα ένα κομματάκι και το μπούκωσα. Κι άλλο, φάε κι άλλο, μου λέει. Εγώ μέσα μου ήκαμνα τα πατερημά μου, αν με χαλάσουνε με τη σφαίρα πάει καλά, μη με σφάξουνε μόνο, το μαχαίρι φοβόμουν, το παράπονό μου, πως το σχήμα το αγγελικό δε θα προλάβω να το φορέσω, κρίμα, μα δε πειράζει, ό,τι προστάξει η χάρη Του.

Αυτοί κάτσανε δίπλα στο πευκαρούδι κι εγώ περίμενα γονατιστός κι ήκαμνα τη προσευχή μου.  Σε λίγη ώρα κοιταχτήκανε αναμεταξύ τος κι ο ένας ήβγαλε από το ζωνάρι του μια κάμα φαρδιά και γυριστή σα κλαδευτήρι. Εγώ είπα τετέλεστε κι ήπλωσα το λαιμό. Ευτός, πήρε το καλάθι και το τουμπάρισε, τα μισά δικά σου και τα  μισά δικά μας, είπε, δίκαια πράματα και κάτσανε με το μαχαίρι και καθαρίσανε τους μισούς και τους φάγανε άψητους. Μετά σηκωθήκανε, ψάχνει ο ψηλός την τσέπη του, βγάζει και μου δίνει τη βαρκούλα τούτη, που έχω πάντα απάνω μου. Δες τηνε ωραία που τη πέτυχε, μερακλής, χωράει μές’ στη παλάμη, ελιόξυλο, είναι το φυλαχτό μου από τότε. Δε μας είδες, δε σε είδαμε κακομοίρη….

Μέχρι που πιάσανε απέναντι το γιδόρεμα κι εγίνανε σα μυγάκια μικροί, δε σάλεψα από τον τόπο μου.

Ορίστε, στουπίζει όξω, δε στο ‘πα πως θα χιονίσει απόψε, άιντε, πάμε για το απόδειπνο και μετά θ’ ανάψομε τη σόμπα στο κελί σου.

Κοσμάς Τσόλας