Αρχική Απόψεις Aρθρα Το λάδι, του Κοσμά Τσόλα

Το λάδι, του Κοσμά Τσόλα

308

– Ταγκό είναι χριστιανέ μου, δε το δοκίμασες; Ότι θένε σου πουλούνε, να πας να το ‘λάξεις. Με τίλος θα κάμω εγώ κουρκουμπίνους και φοινίκια, με εδευτό το λάδι; Γλυκά για πέταμα να ξέρεις, το Αγγελικώ δε κάνει.

– Που να πάω μωρέ ρωμιά μες στη νύχτα και μες στο κρύο χειμωνιάτικο; Αύριο μέρα του Θεού είναι, θα πάω να σου το ‘λάξω, να πάρω άλλο.

– Καλά, ήβραμε τώρα, πως είναι νύχτα και κρύο. Εγώ πότε θα κάμω τα γλυκά μου;  Άμα περάσουνε οι γιορτές;

Ο παππούς, απλώνει αμίλητος τα χρυσόχαρτα από τα τσιγάρα πάνω στο μαγκάλι, γυρίζει και με βλέπει.

Εγώ από μέσα μου καρδιοχτυπώ, αχ, να σηκωθεί, να βάλει τον αμπά του και να πάμε στο μπακάλικο, στο Σίφι. Να μου πάρει και μέντες. Μού ‘χει πεί, ότι άμα είσαι καλό παιδί, εκεί στο γιοφύρι, που χωρίζει το μέσα Κοφινά από τον όξω, άμα είσαι καλό παιδί και νυχτώσει και παραφυλάξεις τούτες τις μέρες, μπορεί να δεις το γάδαρο, με τον Ιωσήφ μπροστά και την Παναγιά πάνω, να περνούν. Από το γιοφύρι. Τη πα να γεννήσει.

Σηκώνεται, πάει στο παράθυρο, σκουπίζει το θολό τζάμι και κοιτά απέξω το σκοτάδι. Γυρίζει στο μαγκάλι.

Κρύο ντάντανος, λέει δυνατά να τον ακούσει η γιαγιά, το ξημέρωμα θα πέσει κραΐ, ξαστεριά.

– Εγώ, με το λάδι που ‘φερες, γλυκά φέτος δε θα κάμω, ξέρε το…

Ο παππούς, φέγγει με το φαναράκι του, μέχρι να κατέβομε τα σκαλιά και μετά το σβήνει. Η νύχτα είναι φεγγερή, δεν χρειάζεται. Περπατάμε πρώτα στο μονοπάτι και μετά στο χωματόδρομο. Με κρατάει από το χέρι, νιώθω τη ζέστα της παλάμης του. Μου τραβάει το σκούφο μέχρι το σβέρκο.

– Μη κρυώσεις κακομοίρη μου και ποιος το ακού μετά το Αγγελικώ.

Στο γεφύρι σταματάμε και καθίζουμε πάνω στο πεζούλι. Ακούγεται το γλουγλούκισμα του νερού, που κυλά λιγοστό από κάτω μας και κάπου-κάπου  ασημίζει, στο φως του φεγγαριού. Θα παραφυλάξομε, τρέμω από τη χαρά μου και το κρύο, άραγε θα τους δω; Ο παππούς, βγάζει από τη τσέπη του τη κασετίνα με τα τσιγάρα και καπνίζει. Κοιτώ τον ουρανό, μήπως και ξεχωρίσω το άστρο. Κάπου μακριά ακούγονται βελάσματα από κάποιο στάβλο κι ένα σκυλί που γαβγίζει και μετά σταματά. Μυρίζει καπνός και βρεμένα χόρτα.

Ο παππούς, πετά το αποτσίγαρο στο ποταμό και σηκώνεται. Παίρνομε το δρόμο της επιστροφής. Κάτι θα ξέχασε, λέω μέσα μου και τον ακολουθώ, κοιτώντας πίσω μου κλεφτά το γεφύρι, μήπως και δω.

Ορίστε, λέει της γιαγιάς, το άλλαξα και κοιτά και μένα με νόημα. Η γιαγιά τραβά το φελλό, βάζει μια σταξιά στο πάνω μέρος της παλάμης, το τρίβει με δύναμη. Μετά το μυρίζει και ακουμπάει τη γλώσσα της. Αυτό μάλιστα, αυτό είναι λάδι, όχι το άλλο που ‘φερες, το ταγκιασμένο.

Καθόμαστε με το παππού  πάλι στο μαγκάλι, με κοιτά πονηρά και χαμογελά.

Κοσμάς Τσόλας