Αρχική Απόψεις Συνεντεύξεις Μαρίνα Ρεϊζάκη: Στο Πυργί, η σχέση της γυναίκας με το μαστίχι είναι...

Μαρίνα Ρεϊζάκη: Στο Πυργί, η σχέση της γυναίκας με το μαστίχι είναι ερωτική

42

 

Η γνωριμία μας με την κα Μαρίνα Ρεϊζάκη έγινε στο βιβλιοπωλείο ΠΑΠΥΡΟΣ όπου μας την σύστησαν οι καλοί φίλοι στο τμήμα εκδόσεων.
Άλλωστε στα σκαριά βρίσκεται η δημοσίευση και στα ελληνικά του βιβλίου της για το Πυργί, από τις εκδόσεις ΑΙΓΕΑΣ, που αποτέλεσε τη διπλωματική της εργασία και μας γνωρίζει με ένα Πυργί που δυστυχώς χάνεται…
Η κα Ρεϊζάκη αν και δεν είχε “δεσμούς αίματος” με το Πυργί αλλά και τη Χίο, δέθηκε μαζί του και το έκανε σημείο αναφοράς στη ζωή της.
Μιλώντας με θέρμη για το Πυργί και τους ανθρώπους του, μας αναλύει το πως λειτουργούν οι γειτονιές, την “ερωτική” σχέση της γυναίκας με το μαστίχι, αλλά και τις αλλαγές που επιφέρει η νέα τεχνολογία όπου ειδικά με τα κινητά τηλέφωνα άλλαξε το μοναδικό σύστημα επικοινωνίας που εξασφάλιζαν οι 98 καταγεγραμμένες θέσεις όπου συνηθίζουν να κάθονται και να συζητούν γυναίκες (κυρίως) και άντρες μέσα στο χωριό.
“Η σχέση με το Πυργί είναι κάτι το φοβερό. Δεν μπορούσα να φανταστώ πότε ότι κάποια φορά θα φτιάχνω βαλίτσες για να μην ξανάρθω και ο μόνος τρόπος ήταν να έχουμε ένα σπίτι στο Πυργί και να έρχομαι εδώ!
Εδώ και τρία χρόνια εργάζεται σε ένα μεγάλο εκδοτικό οίκο με επιστημονικές εκδόσεις, όχι όμως στο τμήμα ανθρωπολογίας αλλά σε αυτό των Μαθηματικών
“Βέβαια κυκλοφορώ σε όλη τη Γερμανία κάνοντας ομιλίες για τη μαστίχα, δείχνοντας σλάϊτς για το Πυργί, με φωνάζουν οι έλληνες από διάφορα μέρη αλλά και οι Γερμανοί έχουμε κάνει έκθεση ζωγραφικής από φίλους που έχουν έρθει στη Χίο και έχουν πίνακες από εδώ. Δηλαδή όλο το ενδιαφέρον είναι γύρω από τη Χίο”, σημειώνει.

 



“Έχω μεγαλώσει στην Αθήνα. Στα 21 χρόνια πήγα στη Γερμανία. Δεν τελείωσα το Γυμνάσιο παρόλο που πήγαινα σε ιδιωτικό σχολείο, άφησα την τελευταία τάξη και έφυγα…”, μας αυτοσυστήνεται η Μαρίνα Ρεϊζάκη.


“Κατάγομαι από 4 διαφορετικά μέρη της Ελλάδας. Ο παππούς μου από την πλευρά της μητέρας μου ήταν ένας από τους πρώτους βιομηχάνους της Αθήνας, η γιαγιά ήταν από τις Ρίζες της Αρκαδίας, από τη Νάξο ο πατέρας μου ενώ ο πατέρας του από την Κρήτη και η μητέρα του από τη Σμύρνη!”, μας έδωσε περιγραφικά το γενεαλογικό της δέντρο και εξηγώντας ως ένα βαθμό πως κατάφερε να την κερδίσει το Πυργί της Χίου.
“Έχοντας μελετήσει γνωστούς κοινωνιολόγους αποφάσισα να σπουδάσω εθνολογία όπως λέγεται στη Γερμανία ή πολιτισμική ανθρωπολογία όπως λέγεται στις ΗΠΑ.
Μου είπαν στο προξενείο της Φρανκφούρτης ότι σύμφωνα με το σύνταγμα των Ελλήνων ο καθένας έχει δικαίωμα να μορφώνει τον εαυτό του αρκεί να αποδείξει ότι έχει φθάσει το στάνταρτ και αυτή ήταν η καλύτερη πρόταση της ζωής μου”, σημειώνει χαμογελώντας και μας περιγράφει πως έδωσε εξετάσεις για το απολυτήριο στο Λύκειο της Στουτγάρδης και στη συνέχεια για την εισαγωγή της στο Πανεπιστήμιο της Χαϊλδεμβέργης όπου και γράφτηκε στο Ινστιτούτο της Ν. Ασίας που είχε το τμήμα που ήθελε.
Ένας απαραίτητος πρόλογος για να εξηγήσει πως βρέθηκε στη Χίο και στο Πυργί το 1984 όπου και γύρισαν την ταινία με τίτλο “Σαν αδελφές” που παίχτηκε τον επόμενο χρόνο στο τηλεοπτικό σταθμό ZDF της Γερμανίας και αφορά τις “συντρόφισσες” στο Πυργί.
“Με ένα φίλο μου, τον Παρλαβάτζα, από το Πανεπιστήμιο της τη Χαϊλδεμβέργης, που ήθελε να κάνει μια δουλειά για τις γυναίκες στη λεκάνη της Αν. Μεσογείου πέσαμε πάνω στο άρθρο του Θεοτοκά που γράφτηκε το 1939 για το Πυργί της Χίου. (Νεοελληνικά Γράμματα, δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό του συλλόγου Αργέντη- 1970). Διαβάζοντας αυτό ήταν γνωστό πως στο Πυργί η γυναίκα είχε κάποια ιδιαίτερη θέση”, μας λέει βάζοντάς μας στον πειρασμό να ανατρέξουμε στο βιβλίο.
Ολοκληρώνοντας τις σπουδές της το 1988 στην εθνολογία είχε ένα είδος master στην ιστορία της Νέας Τέχνης σε αυτή την ΝΑ άκρη της Μεσογείου ενώ η εργασία της αφορούσε τον Όμηρο, που πάλι είχε σχέση με τη Χίο, μια ανάλυση για την ορολογία της συγγένειας.



“Όταν λοιπόν σκεφτόμουνα με τι αντικείμενο θα ασχοληθώ στη διατριβή μου, είχα γνωρίσει τόση ζεστασιά για τις γυναίκες στο Πυργί που είχα επισκεφθεί ήδη δύο χρονιές. Ήρθα το Σεπτέμβριο του 1987 που ήταν τόσο ζεστή η επαφή και λέω εντάξει αυτό θα είναι το θέμα της διατριβής μου.
Είχαμε μείνει στη συνοικία της Αγίας Κυριακής, το λεγόμενο τσέρο ή κέρο στο Πυργί και εγώ είχα βγει τότε μαζί με κάποιες γυναίκες που με είχαν αγκαλιάσει πάρα πολύ και είχα μαζέψει μαστίχι.
Έφευγα το πρωί, εγκατέλειπα την υπόλοιπη παρέα που είχαμε έρθει για τα προοίμια της μαστίχας και έφευγα 4 και 5 το πρωί με τα γαϊδουράκια για να μαζέψουμε μαστίχι.
Φοβερή εμπειρία!”

 

Οι επιπτώσεις από τα… κινητά
 “Γιατί για τις γυναίκες στο Πυργί το μαστίχι δεν είναι μόνο το ψωμί τους, είναι η ζωή τους”, μας λέει η κα Ρεϊζάκη. Σημειώνει βέβαια ότι δεν θα ασχολούνταν μαζί του αν δεν άφηνε ένα επιπλέον εισόδημα που θα τους επέτρεπε να ζήσουν δίνοντάς μας μια εικόνα από το Πυργί της δεκαετίας του ’80.
“Τώρα έχουν αλλάξει πάρα πολλά πράγματα. Τότε ήταν δύσκολο να βρεις γιατρό, υπήρχε ένα τηλέφωνο στην πλατεία, το γάλα που έβρισκες ήταν από τις κατσίκες! Το Πυργί ήταν άγονη γραμμή”, σημειώνει.



“Πρόλαβα μάλιστα την τελευταία γιαγιά που φόραγε τις “πριστίδες” καθημερινά, την καθημερινή δηλαδή φορεσιά όχι τη γιορταστική”.
Της ζητούμε να μας συγκρίνει το Πυργί που πρωτογνώρισε με το σημερινό.
“Συγκρίνοντας μέσα σε αυτά τα 20 χρόνια δεν υπάρχει πια η βόλτα, ένα σεργιάνισμα που γινόταν στους 4 μεγάλους δρόμους του χωριού. Αν και το Πυργί δεν ήταν ποτέ χωριό, είναι μια μικρή πολίχνη που είχε πάντα ιεραρχίες, μία κοινωνία διαστρωμένη πολύ μεγαλύτερη από ένα χωριό”, σημειώνει υπερασπίζοντας τον αγαπημένο της τόπο και λέγοντας ότι το καλοκαίρι φθάνει να έχει 3.500 κατοίκους και 1.000 και πλέον άτομα σταθερά.
“Τι άλλο έχει αλλάξει; Δεν υπάρχει αυτή η βόλτα και την έχω περιγράψει στο βιβλίο μου. Τώρα τα παιδιά πηγαίνουν το βράδυ στις ντισκοτέκ τότε γύριζαν γύρω- γύρω σε μία κατεύθυνση οι γυναίκες και στην άλλη οι άντρες, όπου συναντιόντουσαν.
Και μετά καθόσουν αν ήθελες στην πλατεία.
Ένα άλλο που έχει φέρει μεγάλη διαφορά είναι αφενός μεν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωση που έχουν εξαπλωθεί πολύ αλλά πολύ περισσότερο τα κινητά τηλέφωνα! Έχουν αλλάξει πραγματικά τη ζωή.
Γιατί το Πυργί είχε, και υπάρχει ένας χάρτης στο βιβλίο μου όπου καταγράφονται 98 θέσεις, πάρα πολλούς πυρήνες γειτονικούς. Και τους έχει ακόμα. Αν πας το απόγευμα και περάσεις τα καντούνια βλέπεις να κάθονται κυρίως γυναίκες αλλά και άντρες και παιδιά. Όταν λοιπόν ήθελες να μάθεις κάτι έβγαινες έξω περπάταγες λίγο, με την πρώτη, δεύτερη συνάντηση ήξερες τα πάντα ή ειδοποιούσες κάποιον. Αυτό έχει σταματήσει γιατί υπάρχουν τα κινητά τηλέφωνα. Ήταν το δίκτυο επικοινωνίας των γυναικών. Οι πιο πληροφορημένες ήταν οι γυναίκες.
Τώρα αυτοί οι πυρήνες υπάρχουν αλλά δεν παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο. Εγώ τότε είχα την κόρη μου μαζί. Το είχε κάνει παιχνίδι η μικρή αφού βγαίνοντας έξω γύρευε τη μαμά και της έλεγαν από που πήγα, που μπορεί να είμαι”.

Εγκώμια αντί για μοιρολόγια
Στην ερώτηση αν δέχονται εύκολα οι κάτοικοι να βάλουν ένα ξένο μέσα στην ομάδα, σημειώνει:
“Οι Πυργούσοι έχουν μια φοβερή ευγένεια, παρόλο που μπορεί σε έναν ξένο να φανεί η διάλεκτος κάπως βαριά. Όταν περνάς χαιρετάς, γελάς, στέκεσαι, μιλάς, σε ρωτάνε… Όταν λοιπόν ανοίγεσαι και απαντάς και έχεις την ίδια συμπεριφορά -και αυτό είναι πηγαίο- τότε σου χαρίσουν τα πάντα! Αγαπούν πάρα πολύ τον έπαινο, που είναι βέβαια και σε όλη τη Χίο, και που φαίνεται βέβαια και από άλλα.
Δεν έχουν για παράδειγμα μοιρολόγια, έχουν εγκώμια και αυτό είναι μεγάλη διαφορά. Έχουμε μάθει από την κεντρική Ελλάδα να μιλάμε για τις γυναίκες και τα μοιρολόγια (όπως στη Μάνη) αλλά εδώ έχουμε εγκώμια.
Όχι ότι δεν τιμούμε το νεκρό εξίσου, αλλά δεν κλαίμε τη μοίρα μας και δεν προσπαθούμε μέσα από αυτό το κλάμα να κινήσουμε κοινωνικά δίκτυα υπέρ ή κατά. Εγκωμιάζουμε τον αγαπημένο ή την αγαπημένη, το συγγενή κοντινό ή πιο μακρινό και τον επαινούμε σε σημείο που να μοιάζουν αυτά τα δίστιχα των εγκωμίων με τα ερωτικά!
Είναι τα ίδια μόνο που λέγονται σε άλλο τόνο. Είναι φοβερή πολιτισμική διαφορά από άλλα μέρη της Ελλάδας και δείχνει βέβαια και την ευγένεια του τόπου”.
Ρωτάμε την κα Ρεϊζάκη να μας εξηγήσει τι σημαίνει αυτό επιστημονικά.
“Η γυναίκα στο Πυργί λειτουργεί εντελώς διαφορετικά, έχει άλλες ώρες, περιοχές και ελευθερίες έκφρασης στο Πυργί. Επίσης με τα περιπαικτικά που γίνονται στις γειτονιές, ίσως και άσεμνα που είναι ισχυρό εργαλείο κριτικής και διαμόρφωσης ηθικών κανόνων, δεν έχει ανάγκη πλέον εκείνη τη μοναδική στιγμή αποχωρισμού του νεκρού να έχει κοινωνικό και πολιτικό λόγο με το κλάμα.
Έχει όλο το ερωτικό στοιχείο και την ελευθερία που της χαρίζει η θέση της μέσα στον τόπο. Και αυτή τη θέση την έχει γιατί παράγει τη μαστίχα, δηλαδή κρατάνε τον τόπο στα χέρια τους.


Οι συντρόφισσες
Και εκφράζονται πάρα πολύ ελεύθερα σε αυτές τις γειτονιές, που κάθονται όλοι μαζί, ενώ εντείνεται με το θεσμό της συντρόφισσας. Ίσως να είναι κάτι που δεν το γνωρίζουν και οι Χιώτες, ενώ το θεωρούν δεδομένο όλοι όσοι είναι το Πυργί. Αυτό ήταν και το θέμα της ταινίας “σαν αδελφές” που σας είπα”.
Η κα Ρεϊζάκη, σημειώνει ότι αυτή τη δυαδικότητα τη συναντάμε στον Όμηρο μέσα από τη σχέση Αχιλλέα- Πάτροκλου ή στις τραγωδίες με τον Ορέστη- Πυλάδη, ενώ στα νεώτερα χρόνια έχει περιγραφεί από τη Ρόμπινεν Κένεντι τη σχέση που έχουν οι γυναίκες στην Κρήτη, όπου η καλύτερη φίλη είναι και η μοναδική μου φίλη με απόλυτες απαιτήσεις πιστότητας κλπ.
“Στο Πυργί γίνονται οριζόντιες διαστρωματώσεις κατά ηλικία και τα κορίτσια από παιδική ηλικία συνδέονται μεταξύ τους. Η φιλία δεν είναι μοναδική, είναι εξίσου ισχυρή αλλά δεν είναι μοναδική, ενώ τη συνοδεύει ως θεσμός σε όλη τους τη ζωή. Τα πρόσωπα δεν είναι κατά ανάγκη πάντα τα ίδια. Είναι ένας πολύ πιο ανοιχτός κοινωνικός πυρήνας που όπως το είδα εγώ είναι η μικρότερη και η βασικότερη κοινωνική μονάδα μέσα σε αυτόν τον τόπο και πράγματι βασικότερη σε σημασία από ότι το νοικοκυριό, όπως έχει περιγραφεί σ’ όλη την Ελλάδα και τη Μεσόγειο σαν ο μικρότερος κοινωνικός πυρήνας.
Εδώ είναι δύο, το σπίτι όχι το νοικοκυριό, αλλά το σπίτι αυτό καθεαυτό σαν κτίριο, σαν πράγμα και πως κληρονομείται και από την άλλη πλευρά αυτοί οι πυρήνες των συντροφισσών. Αυτό ανταποκρίνεται και στις γειτονιές δεν είναι όμως αναγκαίο κάθε γειτονιά να είναι και ένας πυρήνας συντροφισσών”.
Όπως μας λέει τις συντρόφισσες δεν τις έχει δει στα Μεστά, στους Ολύμπους ή σε άλλα Μαστιχοχώρια. Για αυτό το ενδιαφέρον θέμα θα έχουμε να διαβάσουμε περισσότερα μέσα στο βιβλίο της που αυτή την περίοδο ολοκληρώνονται οι διορθώσεις και η επιμέλεια της μετάφρασης (που γίνεται από την ίδια) και μέσα στον επόμενο χρόνο πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις ΑΙΓΕΑΣ.



Σταθερότητα στην ποιότητα
Αισιοδοξεί ότι δεν θα χαθεί η σχέση των Χιωτών με τη μαστίχα και ειδικά στο Πυργί. “Είναι η φύση, το κλίμα αλλά και η γνώση που υπάρχει για το πως θα πρέπει να το χειριστείς για να αποδώσει αυτές τις ποσότητες”, σημειώνει.
Όπως σημειώνει στη Γερμανία γνωρίζουν πολύ καλά τη μαστίχα από το θέατρο, αφού είναι η καλύτερη φυσική κόλλα για να κολλιούνται τα μαλλιά, τα γένια στους ηθοποιούς.
Είναι επίσης πάρα πολύ γνωστή σε ζωγράφους που φτιάχνουν μόνοι τις μπογιές τους και τελευταία από τις φαρμακοβιομηχανίες.
Τονίζει ότι πολύ σπουδαίο ρόλο στη γνωριμία με τη μαστίχα, παίζουν τα mastihashop που είναι στο αεροδρόμιο και τα γνωρίζει πολύ καλά ο κόσμος. Σημειώνει όμως ότι χρειάζεται να υπάρχει σταθερότητα ποιότητας των προϊόντων μαστίχας, εξηγώντας ότι δεν συνάντησε κάτι τέτοιο στα mastihashop.
Στην ερώτησή μας αν μπορεί να υπάρξει αγροτουριστική ανάπτυξη στα Μαστιχοχώρια, σχολίασε ότι στο Πυργί είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσει κάτι που φάνηκε και μέσα από το Συνεταιρισμό Αγροτουρισμού που σε αντίθεση με την Πέτρα Λέσβου εδώ δεν κατάφερε να δουλέψει.
“Οι Πυργούσοι είναι ακόμη ισχυρά ενδογαμικοί, έχουν ιεραρχήσει τις σχέσεις τους και τους τουρίστες τους θεωρούν σαν κάτι που δεν μπορούν να ενσωματώσουν”, επισημαίνει.
Σχετικά με τα ξυστά η κα Ρεϊζάκη σημείωσε ότι όλο το Πυργί έκλαιγε που τους είχαν απαγορεύσει τα ξυστά και τους είχαν επιβάλλει την ώχρα.
“Όταν αρχίσει να δημιουργείται στον κάτοικο ότι δεν πειράζει, δεν κάνω ξυστά κάπου χάνεται μία μορφή που είχε δημιουργηθεί μέσα στον 20ο αιώνα. Ίσως θα ήταν καλύτερα να γίνουν πιο εμπεριστατωμένες μελέτες διότι τα ξυστά δεν ήταν πάντα μαυρόασπρα, αλλά κάτι τέτοιο δεν υποστηρίχτηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων.
“Εκείνο που είναι λίγο κρίμα, για να μιλήσουμε με λίγο κριτική, είναι ότι υπάρχουν πολλά πρόστιμα δεν υπάρχουν όμως αντίστοιχα κίνητρα. Δηλαδή όταν κάτι δεν το χτίσεις όπως θέλουν έχεις κάποια πρόστιμα. Εάν όμως ήξερες ότι όταν το κάνεις με το σωστό τρόπο θα είχες κάποια βοήθεια στη χρηματοδότηση, δεν θα είχες και ένα κίνητρο;”, σημειώνει η Μαρίνα Ρεϊζάκη δείχνοντας ότι έχει κατανοήσει πολύ καλά την κουλτούρα που υπάρχει στο Πυργί.



Ερωτική η σχέση με τη μαστίχα
“Η σχέση των γυναικών στο Πυργί με τη μαστίχα θα έλεγα ότι είναι και ερωτική
Όλη η παραγωγή της μαστίχας είναι δουλειά γυναικών και αυτό καθρεφτίζεται και στη γλώσσα που μεταχειρίζονται: καθερνώ, λατρεύω, κεντώ”, σημειώνει η Μαρίνα Ρεϊζάκη λέγοντας ότι πρόκειται για μια ψιλοδουλειά όπου οι άντρες είναι λίγο άγαρμποι στο να την εκτελέσουν”.
Μας περιγράφει αυτή τη μοναδική εικόνα το να βγαίνεις μαζί με τις γυναίκες έξω το πρωί και το πόσο διαφορικό είναι να κινηθείς με το μουλάρι ή το γαϊδουράκι. Να  αρχίζει η ανατολή και να έχεις όλες αυτές τις μυρωδιές, από τη δροσιά, από τα χόρτα και φυσικά από τους σκίνους. Να ακούς τη μια γυναίκα να φωνάζει στην άλλη που πάει, από το ένα λόφο στον άλλο, με αυτό το συρτό μελωδικό τρόπο που έχει η διάλεκτος.
Και λίγο μετά όταν κεντώντας το πηξάρι, προσέχουν να μην κάνει “κοκκαλιά” γιατί θα γίνει κόκκινο και θα ματώσει και η καθεμιά δεν ασχολείται με τίποτα άλλο παρά ακούς που μονολογούν και μιλάνε στο δέντρο, σαν να μιλούν στον αγαπημένο ή στην αγαπημένη.
Είναι κάτι διαφορετικό η σχέση της γυναίκας με το χώμα όταν δουλεύει κάτω από το σκίνο, όπου ακουμπά στη γη, ή μετά όταν κοσκινίζει τη μαστίχα. “Είναι μέσα στο χώμα και είναι άλλη η σχέση που γεννιέται”, σημειώνει.


Συνέντευξη στο Θοδωρή Πυλιώτη, αναδημοσίευση από τη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ