Πριν από μια δεκαετία η είσοδος των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων αναγγέλθηκε ως η αυγή μιας νέας εποχής που θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση του υποσιτισμού, να βοηθήσει το περιβάλλον και να υποστηρίξει τους αγρότες.
Πλέον, τα φασόλια, το καλαμπόκι, το βαμβάκι και η σόγια είναι προϊόντα που παράγονται με γενετική τροποποίηση. Όπως υποστηρίζουν οι εταιρείες βιοτεχνολογίας, οι καλλιέργειές τους είναι πιο ανθεκτικές στα ζιζάνια και στα παράσιτα και επιπλέον, αποδίδουν μεγαλύτερες συγκομιδές. Ωστόσο, η αποδοχή των μεταλλαγμένων τροφίμων είναι περιορισμένη και πολλές χώρες έχουν απαγορεύσει την καλλιέργειά τους εξαιτίας των πιθανών κινδύνων που ενέχουν για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον.
Τον περασμένο μήνα ο γίγαντας των δημητριακών Kellogg ανήγγειλε ότι θα χρησιμοποιούσε ένα πιο υγιές λάδι, που προέρχεται από μεταλλαγμένη σόγια της Monsanto, στα μπισκότα της, στα κράκερς και σε άλλα τρόφιμα. Όμως, σχεδόν δύο εβδομάδες αργότερα η αντίπαλη Kraft Foods, η δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία τροφίμων στον κόσμο, ανακοίνωσε ότι διακόπτει την πώληση όλων των μεταλλαγμένων τροφίμων στην Κίνα, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων ουσιών, εξαιτίας της μη αποδοχής τους στην αγορά. Η Pepsico και η Coca-Cola έχουν προχωρήσει σε ανάλογες κινήσεις.
Για την βιομηχανία των μεταλλαγμένων έχουν συμβεί και άλλες οπισθοδρομήσεις, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης των Ελβετών ψηφοφόρων, τον περασμένο Νοέμβριο, να απαγορέψουν την καλλιέργειά τους για πέντε χρόνια. Κι ακόμη, της πρόσφατης αποκάλυψης στην Αυστραλία για μια ποικιλία μεταλλαγμένου μπιζελιού που προκαλούσε προβλήματα υγείας σε ποντίκια πειραματόζωα.
Το 2004 η Monsanto αναγκάστηκε να αποσύρει ποικιλία μεταλλαγμένου σιταριού που προόριζε για πώληση στις ΗΠΑ και στον Καναδά, εξαιτίας της μη αποδοχής τους στην αγορά. Ανάλογη τύχη είχαν και μια ποικιλία ντομάτας που ωρίμαζε αργά, καθώς και μια ποικιλία πατάτας που προβλήθηκε ως υγιέστερη.







