Αρχική Νέα Εκπαίδευση - Επιστήμη Οι πανδημίες που ερήμωσαν την Ευρώπη, του Τάσου Σαραντή

Οι πανδημίες που ερήμωσαν την Ευρώπη, του Τάσου Σαραντή

40

 Η πρώτη πανδημία που καταγράφηκε στον κόσμο εκδηλώθηκε το 430π.Χ., κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Οι κάτοικοι της αρχαίας Αθήνας χτυπήθηκαν από μία θανάσιμη ασθένεια, άγνωστη μέχρι και σήμερα, παρόλο που κάποιοι μιλούν για τύφο ή πανώλη.


Ο ιστορικός Θουκυδίδης περιγράφει με μελανά χρώματα τα συμπτώματα της ασθένειας: “Οι άνθρωποι υπέφεραν από πονοκεφάλους, ερυθρότητα και φλεγμονές στα μάτια και εσωτερικά, στο λαιμό και στη γλώσσα, κάτι που τους προκαλούσε δύσοσμη αναπνοή. Αλλά αυτά ήταν τα πρώτα συμπτώματα. Τα επόμενα ήταν ο βήχας και το φτέρνισμα και στη συνέχεια η διάρροια, ο εμετός και οι βίαιοι σπασμοί. Επειτα, εμφανιζόταν μια ωχρότητα στο δέρμα το οποίο καλυπτόταν από φουσκάλες. Οι περισσότεροι άνθρωποι πέθαιναν την  έβδομη ή την όγδοη μέρα. Αλλά και όσοι επιζούσαν περισσότερο προσβάλλονταν στα έντερα και ο συνδυασμός του έντονου έλκους με την επιδεινούμενη διάρροια αποδεικνύονταν μοιραίος”. 


Αλλά και οι άνθρωποι που κατάφερναν να επιζήσουν από την ασθένεια είχαν απώλεια μνήμης σε βαθμό που, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης, “δεν αναγνώριζαν ούτε τους εαυτούς τους, ούτε τους φίλους τους”. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι η ασθένεια ξεκίνησε από την Αιθιοπία και διαδόθηκε  στον ελληνικό κόσμο μέσω της Αιγύπτου και της Λιβύης. Κατά τη διάρκεια των επομένων 4 χρόνων η ασθένεια σκότωσε σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της Αθήνας.


Κατά τη διάρκεια του 2ου αιώνα μ.Χ. η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν στις δόξες της, κυρίως εξαιτίας του στρατού της. Αλλά αυτός ο στρατός ήταν και εκείνος που σχεδόν επέφερε την πτώση του ρωμαϊκού πολιτισμού. Το 165 μ.Χ. τα ρωμαϊκά στρατεύματα, επιστρέφοντας από τις εκστρατείες στα ανατολικά της Αυτοκρατορίας, μετέφεραν μια ασθένεια που σκότωσε κατ’ εκτίμηση 5 εκατομμύρια ανθρώπους.


Γνωστή ως πανούκλα του Αντωνίνου (από τον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο Αντωνίνο, ο οποίος έπεσε θύμα της) σκότωσε το ένα τέταρτο των ανθρώπων που προσέβαλε. Το 166 μ.Χ. ο έλληνας παθολόγος και φιλόσοφος Γαληνός ταξίδεψε από τη Ρώμη στο σπίτι του, στη σημερινή Τουρκία, όπου και κατέγραψε μερικά από τα συμπτώματα της ασθένειας: Ο πυρετός, η διάρροια, η φλεγμονή στον φάρυγγα και οι φουσκάλες στο δέρμα που εμφανίζονταν μετά από 9 μέρες ήταν συμπτώματα που έκαναν κάποιους μελετητές να θεωρήσουν ότι επρόκειτο για ευλογιά. Ένα δεύτερο ξέσπασμα της ασθένειας καταγράφηκε μεταξύ 251 και 266 μ.Χ., κατά το αποκορύφωμα του οποίου περίπου 5.000 άνθρωποι πέθαιναν στη Ρώμη κάθε μέρα.


Τον 6ο αιώνα, επί ηγεμονίας του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουστινιανού του 1ου, η πανούκλα χτύπησε την Κωνσταντιβνούπολη. Η ασθένεια ξεκίνησε από την Αιθιοπία ή την Αίγυπτο και εξαπλώθηκε βόρεια μέσω των πλοίων που μετέφεραν τεράστιες ποσότητες σιταριού στους μεγάλους δημόσιους σιτοβολώνες της πόλης. Τη νόσο μετέφεραν ψύλλοι που επιζούσαν στο τρίχωμα γεννημένων στα πλοία αρουραίων και στην πραγματικότητα ήταν η πρώτη μεγάλη πανδημία βουβωνικής πανούκλας.


Από το 541 μέχρι το 542 μ.Χ. σκότωσε το 40% του πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης, ενώ ο βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος υποστηρίζει ότι στο αποκορύφωμά της η νόσος σκότωνε 10.000 ανθρώπους στην Κωνσταντινούπολη κάθε μέρα. Εξάλλου, η νόσος εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο σκοτώνοντας το ένα τέταρτο των πληθυσμών της. Ένα δεύτερο σημαντικό ξέσπασμα της νόσου, που έφτασε μέχρι τη Γαλλία, εκδηλώθηκε το 588 μ.Χ. και άφησε πίσω του περίπου 25 εκατομμύρια νεκρούς.


Στα μέσα του 14ου αιώνα η πανούκλα που χτύπησε την Κωνσταντινούπολη επέστρεψε, αλλά αυτή τη φορά με άλλη επωνυμία. Αυτή τη φορά έμεινε γνωστή ως μαύρος θάνατος, εξαιτίας του μαυρίσματος του δέρματος που εμφάνιζαν οι νοσούντες το οποίο δημιουργούσε αιμορραγία κάτω από το δέρμα. Η ασθένεια έφτασε από την Ασία από ανθρώπους που νόμιζαν ότι είχαν αποθεραπευτεί.  Από το 1347 μέχρι το 1350 ο μαύρος θάνατος σκότωσε το ένα τέταρτο του πληθυσμού της Ευρώπης, κατ’ εκτίμηση 25 εκατομμύρια ανθρώπους. 


Η εμφάνιση της βουβωνικής πανούκλας επαναλήφθηκε αρκετές φορές στην Ευρώπη μέχρι το 1700. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, μέχρι τότε άφησε πίσω της
137 εκατομμύρια νεκρούς στην Ευρώπη. Οι αστικές περιοχές ήταν αυτές που επλήγησαν περισσότερο από τον μαύρο θάνατο, αφού η νόσος αποδεκάτιζε συχνά το 50% των κατοίκων τους.


Η επόμενη πανδημία ήταν επίσης δριμύτερη στις πόλεις, αφού οι κακές συνθήκες υγιεινής παρείχαν ιδανικές συνθήκες για την μετάδοσή της. Η χολέρα είχε περιγραφεί τον 16ο αιώνα από τον παθολόγο Γκαρσία ντε Ορτα, αλλά το 1816 ήταν η χρονιά που η νόσος εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο. Ηδη ενδημική στην Ινδία, η νόσος εξαπλώθηκε κατά μήκος των εμπορικών δρόμων στη Ρωσία και την Ανατολική Ευρώπη πριν μετακομίσει στη Δυτική Ευρώπη, ακόμη και στην Αμερική.


Ο πλανήτης χτυπήθηκε τουλάχιστον από 7 πανδημίες χολέρας, 6 από τις οποίες εκδηλώθηκαν το 19ο αιώνα. Η πιο πρόσφατη εμφανίστηκε το 1961, αρχικά στην Ινδονησία.



Οι πανδημίες της γρίπης μάστιγα του 20ου αιώνα


Αν και η χολέρα αποτέλεσε τη μάστιγα του 19ου αιώνα, στον 20ο αιώνα οι πανδημίες έφεραν το όνομα της γρίπης. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα υπήρξαν τρεις πανδημίες γρίπης.


Η πρώτη και χειρότερη ήταν η ισπανική γρίπη που ξεκίνησε το 1918 σε τρεις απομακρυσμένες μεταξύ τους περιοχές: Στο Μπρεστ στη Γαλλία, στη Βοστόνη στις ΗΠΑ και στο Φρητάουν στη Σιέρα Λεόνε. Η ασθένεια είχε ένα απίστευτα υψηλό ποσοστό θνησιμότητας και κατά παράδοξο τρόπο τα θύματά της ήταν κυρίως νέοι, ηλικίας 20 έως 40 ετών, παρά οι γηραιότεροι και πιο αδύναμοι.


Η ισπανική γρίπη μεταδόθηκε σε ολόκληρη την υδρόγειο με απίστευτη ταχύτητα και σκότωσε 25 εκατομμύρια ανθρώπους μέσα σε 6 μήνες, ενώ το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πληθυσμού ήταν μολυσμένο. Η ασθένεια εξαφανίστηκε σχεδόν όσο γρήγορα εμφανίστηκε, αλλά συνολικά άφησε πίσω της περίπου 40 εκατομμύρια νεκρούς, περισσότερους απ’ όσους άφησε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.


Για πολλά χρόνια δεν έγινε εφικτό να προσδιοριστεί από που προήλθε το μικροβιακό στέλεχος της γρίπης, αλλά σύμφωνα με μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το αμερικανικό Στρατιωτικό Ινστιτούτο Παθολογίας κατέδειξε ότι προήλθε πιθανότατα από πτηνά.


του Τάσου Σαραντή, ΗΜΕΡΗΣΙΑ 3/3/06