
στη μακαρία γη
στο ωραίο και πολύπαθο κορμί
η αγνή ψυχή δεν έσβησε
και ζει και ζει και ζει…»
΄Ενας κλασικός ανταρτοπόλεμος τριακοσίων περίπου μαχητών με την ελπίδα πως το Λονδίνο κάτω κι από την πίεση των ΗΠΑ θα εξαναγκαζόταν να αποδεχτεί ότι και η αποικία της Κύπρου είχε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης κι ότι δεν μπορούσε να παραμένει εσαεί κάτω από τον αποικιακό απολυταρχισμό της «Βρετανικής Αυτοκρατορίας».
Μα οι ΄Αγγλοι δεν πτοήθηκαν. Οι Κύπριοι κατέφυγαν στα Ηνωμένα ΄Εθνη. Η προσφυγή τους δεν ευοδώθηκε. Για άλλη μια φορά η ελευθερία των ελλήνων έπρεπε να κερδηθεί με αίμα.
Ο Διγενής(Γ.Γρίβας) με το Μακάριο οργανώνουν την αντίσταση. Μια χούφτα άνθρωποι αναλαμβάνουν το βαρύ έργο αναζητούν ή τη ζήση ή τη θανή. Οι Βρετανοί οδηγούν στην αγχόνη πολλούς αγωνιστές ακόμα και δεκαεξάχρονα παιδιά όπως ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης επειδή έγραψε στο μαυροπίνακα του σχολείου του ένα ανοιξιάτικο πρωινό:
Δεν αντέχω άλλο την καταπίεση και τη σκλαβιά γι αυτό:
Θα πάρω μιαν ανηφοριά,
Θα πάρω μονοπάτια,
Να βρω τα σκαλοπάτια
Που πάν’ στη λευτεριά
Ποιος να νιώσει την αγωνία της αδούλωτης ψυχής; Χάρτιγκ και Χουτ δημιουργούν ολοκαυτώματα. Καίνε ζωντανό σε σπηλιά το Γρηγόρη Αυξεντίου που σαν ένας άλλος Λεωνίδας φωνάζει «Μολών λαβέ» και κερδίζει την αθανασία για το «θράσος» του. Σκοτώνουν τον Κυριάκο Μάτση που αρνείται ένα σεβαστό χρηματικό ποσό απαντώντας:
«Ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί ελευθερίας»
Πολλά χρόνια μετά αγνοούμενοι εξακολουθούν να πληγώνουν με την απουσία τους τους δικούς τους. Τα ερειπωμένα σπίτια προσδοκούν ανάσταση νεκρών. Λαχταρούν τον κύρη τους να γυρίσει το κλειδί στην εξώπορτα. Δυο κομμάτια μιας καρδιάς διψούν την επανασύνδεσή τους σε ένα σώμα.
Ποιος Θούριος και ποιος εθνικός ύμνος μπορεί να αποδώσει σε βάθος τον πόθο ενός βασανισμένου λαού που αναζητά τα αυτονόητα; Ποιος ποιητής μπορεί να περιγράψει τα ξεσκισμένα όνειρα των ανθρώπων που λαχταρούν να μπουν στο σπίτι τους μα μια δύναμη τους εμποδίζει κι όταν καταφέρουν να τρυπώσουν δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσουν πως τους ανήκει παρά επαφίενται στις διαβεβαιώσεις της Τουρκάλας ενοίκου σύμφωνα με απόλυτα αφοπλιστικό ποίημα του μεγάλου Κύπριου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη.
Τάχα θα δούμε γρήγορα τη μέρα που ο κυπριακός λαός θα αφεθεί ελεύθερος να κυβερνήσει τον τόπο του απαλλαγμένος από ασφυκτικές πιέσεις ζιζανίων και παρασίτων;
«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς
στις Πλάτρες…»
εξομολογείται ο Σεφέρης.
Θα έρθει κάποτε η ώρα που αυτή η αγρυπνία θα επαναληφθεί;
Διονύσης Λεϊμονής
Φιλόλογος







