Το κυνήγι του απεριόριστου κέρδους έχει γίνει ο μοναδικός στόχος για τη βιομηχανία φαρμάκων, λόγος για τον οποίο έχει μειώσει δραστικά τις επενδύσεις στην επιστημονική έρευνα για τη δημιουργία νέων φαρμάκων.
Πλέον, οι πολυεθνικές βιομηχανίες φαρμάκων κερδίζουν δισεκατομμύρια δολάρια επενδύοντας σε μεγάλες διαφημιστικές καμπάνιες για φάρμακα που κάποιες φορές, εκτός του ότι είναι απομιμήσεις προηγούμενων «εκδόσεων», είναι περιττά για τους καταναλωτές και άρα, επιβλαβή.
Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από μια αποκαλυπτική έρευνα του αμερικανικού περιοδικού Forbes.
Σε ότι αφορά την επιστημονική έρευνα που πραγματοποιεί η βιομηχανία φαρμάκων για την δημιουργία νέων σκευασμάτων, τα στοιχεία είναι απογοητευτικά. Οι δέκα κορυφαίες βιομηχανίες φαρμάκων επενδύουν 42 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως στην έρευνα, ποσοστό που αντιστοιχεί μόλις στο 14% των πωλήσεων.
Συνολικά, 87 σημαντικά φάρμακα με ετήσιες πωλήσεις 31 δισεκατομμυρίων δολαρίων έχουν χάσει την προστασία που τους παρείχαν τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας από το 2002, εντούτοις δεν εμφανίζονται γρήγορα νέα φάρμακα για να τα αντικαταστήσουν. Πέρσι, η αμερικανική Διοίκηση Τροφίμων και Φαρμάκων ενέκρινε την κυκλοφορία μόλις 20 νέων φαρμάκων, όταν μια δεκαετία πριν είχε εγκρίνει 53 νέα φάρμακα.
Όμως, περισσότερα από 9 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως που δαπανώνται για επιστημονική έρευνα διοχετεύονται για την πραγματοποίηση κλινικών δοκιμών φαρμάκων που έχουν εγκριθεί ή αναμένεται να εγκριθούν μόνο και μόνο για να αξιοποιηθούν τα αποτελέσματά τους σε διαφημιστικές εκστρατείες. Το ποσό αυτό ισοδυναμεί με μια αύξηση 90% μέσα σε 4 χρόνια. Συνολικά, το ποσό που δαπανάται για τη διαφήμιση φαρμάκων στις ΗΠΑ έχει δεκαπλασιαστεί τα τελευταία 9 χρόνια και υπολογίζεται ότι ανέρχεται σε 4,8 δισεκατομμύρια δολάρια.
Όπως είναι αναμενόμενο, οι μεγάλες διαφημιστικές καμπάνιες για την πώληση φαρμάκων φέρνουν χρυσοφόρα κέρδη για τις βιομηχανίες που τα παράγουν, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις βλάπτουν σοβαρά την υγεία των καταναλωτών. Ένα φάρμακο που προοριζόταν μόνο για μια μικρή κατηγορία ασθενών που δεν μπορούσαν να χωνέψουν την ασπιρίνη κατέληξε στα χέρια 20 εκατομμυρίων ανθρώπων, με αποτέλεσμα την εμφάνιση γαστρεντερικών επιπλοκών σε πολλούς ασθενείς. Πως; Με μια διαφημιστική καμπάνια που κόστισε 550 εκατομμύρια δολάρια μέσα σε πέντε έτη. Σε κάποια από τα διαφημιστικά σποτ πρωταγωνιστούσε μια ολυμπιονίκης σκέιτερ από τη δεκαετία του ’70.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες γιατρών, οι πελάτες τους απαιτούσαν να τους χορηγήσουν το συγκεκριμένο φάρμακο και, μερικές φορές, εφόσον τους το αρνιόντουσαν απειλούσαν να βρουν νέο γιατρό. «Το συγκεκριμένο φάρμακο δεν ήταν κακό για τον καθένα, αλλά για ορισμένους ασθενείς. Δυστυχώς οι άνθρωποι είχαν δει τις διαφημίσεις και άρχισαν να το απαιτούν από τους γιατρούς τους» εξηγεί ένας επιστήμονας από τον ιατρικό χώρο.
Στις ΗΠΑ οι τηλεοπτικές διαφημίσεις για φάρμακα ήταν σπάνιες μέχρι τον Αύγουστο του 1997, οπότε η Διοίκηση Τροφίμων και Φαρμάκων προχώρησε στην άρση των περιορισμών που υπήρχαν, κυρίως σε ότι αφορούσε την παρουσίαση των ανεπιθύμητων παρενεργειών. Τρεις μέρες αργότερα μεγάλη πολυεθνική εταιρεία ξεκίνησε μια μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία για ένα αντισταμινικό, στην οποία συμμετείχε δημοφιλής τηλεοπτική παρουσιάστρια. Οι πωλήσεις του φαρμάκου ανέβηκαν κατά 50% το 1997 και 30% περισσότερο το 1998, φτάνοντας τα 2,3 δισεκατομμύρια δολάρια.
Όταν το 2002 έληξε η προστασία του διπλώματος ευρεσιτεχνίας του συγκεκριμένου φαρμάκου, η παρασκευάστρια εταιρεία το αντικατέστησε με ένα παρόμοιο με παραφρασμένη ονομασία που της απέφερε ακόμη 646 εκατομμύρια δολάρια.
Πρόκειται για μια τακτική που έχει παγιωθεί. Τα «ευκολότερα κέρδη» προέρχονται από τα φάρμακα απομιμήσεις, εξηγεί ο Τζον Σάντα, διευθυντής στο πανεπιστήμιο Υγείας και Επιστημών του Ορεγκον. Η γνήσια ανακάλυψη είναι μια παρακινδυνευμένη επιχείρηση «περισσότερο απ’ ότι μια γεώτρηση για πετρέλαιο» εξηγεί.
Αντί της έρευνας για πραγματικές θεραπείες μερικές βιομηχανίες ξαναπατεντάρουν τα παλιά φάρμακα με ελάχιστες τροποποιήσεις στη σύνθεσή τους, οι οποίες απαιτούνται για να πάρουν ένα νέο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Κατόπιν, διοργανώνουν εξαντλητικές κλινικές δοκιμές που αποσκοπούν στον εντοπισμό κάποιου πενιχρού πλεονεκτήματος που μπορεί να προβληθεί στην διαφημιστική καμπάνια που θα ακολουθήσει.
Ένα υπνωτικό χάπι για τον ύπνο που κυκλοφόρησε πέρσι στις ΗΠΑ ήταν παρόμοιο με ένα άλλο που κυκλοφορούσε από άλλη εταιρεία στην οποία είχε αποφέρει πωλήσεις 1,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων, έπειτα από μια διαφημιστική καμπάνια 130 εκατομμυρίων δολαρίων. Προκειμένου να προωθήσει το νέο χάπι η παρασκευάστρια εταιρεία πραγματοποίησε κλινικές δοκιμές για 6 μήνες σε 1.600 ασθενείς. Στη συνέχεια, προχώρησε σε διαφημιστική καμπάνια ύψους 215 εκατομμυρίων δολαρίων με βασικό σλόγκαν «το πρώτο και μόνο υπνωτικό χάπι που εγκρίνεται για μακροχρόνια χρήση». Ετσι, στους πρώτους 9 μήνες της κυκλοφορίας του οι πωλήσεις ανήλθαν σε 330 εκατομμύρια δολάρια.
Οι διαφημιστικές καμπάνιες φέρνουν χρυσά κέρδη
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για τον τρόπο που λειτουργούν οι φαρμακοβιομηχανίες αποτελεί η περίπτωση μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας που απασχολεί μερικούς από τους καλύτερους ερευνητές στον κόσμο, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει σωτήρια φάρμακα, όπως ένα για τη θεραπεία μιας θανάσιμης μορφής λευχαιμίας.
Εντούτοις, το τέταρτο σε πωλήσεις φάρμακο της εταιρείας στις ΗΠΑ δεν είναι κάποιο που σώζει ζωές. Είναι ένα χάπι για έναν μύκητα των νυχιών των ποδιών. Η κύρια επίδραση του μύκητα είναι ότι κάνει κίτρινα τα νύχια. Αν και θεωρείται βλαπτικός, κανένας δεν έχει πεθάνει από αυτόν.
Όμως, κάποιοι άνθρωποι μπορεί να έχουν πεθάνει από το χάπι που τον καταπολεμά, αφού η κατανάλωσή του έχει συνδεθεί με 16 περιπτώσεις ανεπάρκειας ήπατος στις οποίες περιλαμβάνονται 11 θάνατοι.
Περίπου 10 εκατομμύρια αμερικανοί έχουν πάρει το συγκεκριμένο χάπι, το οποίο κοστίζει 850 δολάρια για μια τρίμηνη θεραπεία. Ο λόγος; Εχουν δελεαστεί από μια γιγαντιαία διαφημιστική καμπάνια στην οποία πρωταγωνιστεί ένα τραγελαφικό πλάσμα κινουμένων σχεδίων στο ρόλο του μύκητα. Υπολογίζεται ότι μέσα σε τρία χρόνια η παρασκευάστρια εταιρεία έχει ξοδέψει για τη διαφήμιση του χαπιού 236 εκατομμύρια δολάρια.
Παρόλο που εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι το φάρμακο θεραπεύει το πλήρως το πρόβλημα μόνο στο 38% των ασθενών, η διαφημιστική καμπάνια αποδείχθηκε πλήρως αποτελεσματική: Οι πωλήσεις του χαπιού ανέβηκαν κατά 19% το 2004 και έφτασαν τα 1,2 δισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως, ενώ κρατήθηκαν σε σταθερά επίπεδα πέρσι.
του Τάσου Σαραντή, ΗΜΕΡΗΣΙΑ 29/4/06







