ΜΑΓΕΜΕΝΕΣ με την πόλη-ζωντανή ιστορία όλες τους
Επιμένουν να αντιστέκονται. Μια χούφτα γερόντισσες, μάρτυρες μιας εποχής και μιας πόλης που όλα δείχνουν πως έφυγε ανεπιστρεπτί. Ρωμιές, Σμυρνιές, οι τελευταίες αρχόντισσες της πολιτείας που πέρασε στη συλλογική μνήμη του σύγχρονου Ελληνισμού ως η πόλη-μάρτυρας και συνδέθηκε με τη μεγαλύτερη τραγωδία του 20ού αιώνα, όταν οι Ελληνες αστοί -οι μόνοι Ελληνες αστοί, υποστηρίζουν κάποιοι- έγιναν πρόσφυγες.
Οι Ρωμιές αρχόντισσες της Σμύρνης φωτογραφίζονται μαζί «στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου» Γενάρης του 2007, 85 χρόνια μετά. Ιστορίες προσφυγιάς
Αλλες γεννημένες στη Χίο απ’ όπου έφυγαν με τους γονείς τους στο Μεσοπόλεμο μετανάστες στη Σμύρνη. Αλλες παιδιά Ρωμιών με διαβατήρια ξένα που δεν ανταλλάχτηκαν, αφού δεν περιλήφθηκαν τέτοιες περιπτώσεις στη Συνθήκη της Λωζάννης. Αλλη πάλι, «κρυμμένη» στη Σμύρνη, γιατί Ρωμιές κι ορθόδοξες έκαναν το λάθος και παντρεύτηκαν στην Πόλη Τούρκο. «Εγκλημα καθοσιώσεως», εξορίστηκαν μαζί με τον άνθρωπό τους σε άλλη πόλη όπου στο πολύβουο μελίσσι της μπορούσαν να μην αναγνωρίζονται. Πρόσφυγες σε μια πόλη που γέννησε τόσες χιλιάδες προσφύγων.
Η κυρά-Σωτηρία Γατανά είναι από τη Χίο. Στη Σμύρνη ήρθε με τους γονείς της το ’38 «γιατί στη Χίο τα πράγματα ήταν δύσκολα». Πέρασε όλη της τη ζωή «σε τούτο τον τόπο τον ευλογημένο». Και παντρεύτηκε, ελλείψει Ελλήνων, «τουλάχιστον ομόθρησκο». Τον Μαυροβούνιο Ιωσήφ Μαρλίκοβιτς. Τη γενιά ετούτου δεν την αντάλλαξαν, όλα η Συνθήκη της Λωζάννης δεν μπορούσε να τα χωρέσει…
Η κυρά-Φωτεινή Λεώδη έμεινε στην πολιτεία της με τους γονείς της γιατί ο πατέρας της «είχε πασαπόρτι μπελτζικάνικο (βέλγικο)». Οπως λέει, στη Σμύρνη «καλά πέρασε». «Πολύ καλά;» τη ρωτάμε. «Καλά είπα…» μας απαντά.
Η κυρά-Κατερίνα, κι αυτή παιδί Ρωμιού με ξένο διαβατήριο, παντρεύτηκε φραγκολεβαντίνο. «Και τούτος πολύ ήταν για τη μάνα μας. Πού να τολμήσουμε να φύγουμε από κοντά της να κοιτάξουμε κάποιον άλλον μη Χριστιανό. Σαν την κλώσα μάς είχε γύρω της. Σαν την κλώσα τα πουλιά της. Κι αλίμονο… μια χούφτα άνθρωποι ήμασταν, αλλά αλίμονο σαν κάποιος άλλος γύριζε να μας κοιτάξει». Η μνήμη της θαρρείς κι έχει σταματήσει εκεί, στις δύσκολες μέρες του 1955. «Φόβος και τρόμος, γιε μου…» λέει. Φόβος και τρόμος. «Χτυπούσαν την πόρτα μας και μας λέγανε φύγετε γιατί αλλιώς χαθήκατε… Πού να πάμε;».
Η 77χρονη Κατερίνα Σάμογλου ήρθε με το Ρωμιό άντρα της στη Σμύρνη από την Πόλη. «Τεχνίτης άριστος στις μπουζιέρες και στη Σμύρνη δεν είχε τέτοιον». Ψυκτικός δηλαδή ο άνδρας της κυρά-Κατερίνας κι αφήσανε το Φανάρι της Πόλης για τη Σμύρνη. «Καλά περάσαμε…» λέει. Κι απαγγέλλει, θαρρείς σαν στίχους του εθνικού ύμνου, τα ονόματα των παιδιών της. Αλκιβιάδης, Φρίξος, Αθηνά… Εθνική του ρωμαίικου στο φωτεινό το μέλλον γεια σου…
Η κυρά-Ασημένια στη Σμύρνη ήρθε με τον ασφαλιστή άνδρα της «γιατί εδώ είχε δουλειές και στην Πόλη όχι». Από την Πρίγκηπο θυμάται και εκείνη το δύσκολο 1955. «Τέτοιος Σεπτέμβρης να μην ξανάρθει… Εγκυος εννιά μηνών ήμουνα. Και να μην ξέρω αν θα γεννήσω το παιδί μου» λέει.
Στο ερώτημα για το πώς πέρασε τόσα χρόνια στη Σμύρνη απαντά μονολεκτικά. «Καλά». Μετανιώνει… «όχι, γράψ’ το… Κακά, ψυχρά κι ανάποδα ήταν. Μοναξιά. Πολλή μοναξιά».
Η άλλη Κατερίνα, 85 χρόνων αυτή, λέει για τη γιαγιά της που πήρε «σκυλόφραγκο» και κρύφτηκε στη Σμύρνη. Κάπως έτσι γεννήθηκε στα 1922. «Εδώ. Στο πιο όμορφο μέρος του κόσμου». Κοιτάς μία μία ετούτες τις μοναδικές η κάθε μια γυναίκες της Σμύρνης. «Μάγισσες;» ρωτάς καθώς θυμάσαι το πολυδιαβασμένο στην Ελλάδα και στην Τουρκία βιβλίο. Χαμογελούν… «Οχι… Μαγεμένες από ετούτο τον τόπο» λέει η Ελένη εξ ονόματος όλων.
Ολα μαγικά







