
Είναι γεγονός ότι, εδώ και αρκετούς μήνες, η ελληνική κοινή γνώμη παρακολουθεί με ιδιαίτερη ανησυχία και προβληματισμό τις εξελίξεις, σχετικά με την παιδεία, αλλά, ταυτόχρονα έναν «διάλογο», ο οποίος, ενώ, θα έπρεπε να είναι ευρύς και για όλα τα μεγάλα ζητήματα, να περιορίζεται στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Σκόπιμα ή μη, η συζήτηση εγκλωβίζεται σε μια, σημαντική μεν, αλλά όχι μονοσήμαντη παράμετρο, ενώ, στην πραγματικότητα, καλούμαστε να χαράξουμε τη θεσμική πορεία, και να προδιαγράψουμε την ποιότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, για τις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν.
Οι άστοχοι κυβερνητικοί χειρισμοί, σε έναν τόσο κρίσιμο τομέα, έχουν οδηγήσει σε σύγχυση και αποπροσανατολισμό. Εκείνο που συγκαλύπτει η διάχυτη αυτή σύγχυση είναι η απροθυμία της Κυβέρνησης να δώσει προτεραιότητα – θεσμική και υλική – στην κατάθεση ολοκληρωμένης εκπαιδευτικής πρότασης, «κλείνοντας» αντί για αυτό «το μάτι» στα επιχειρηματικά κερδοσκοπικά συμφέροντα, με αντάλλαγμα την πώληση ψεύτικης ελπίδας, για ποιοτική ανώτατη εκπαίδευση.
Η αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα μας, δεν θα επιτευχθεί με τη νομιμοποίηση ιδρυμάτων κερδοσκοπικού χαρακτήρα, σε ένα θολό και ασαφές τοπίο διασφάλισης και ελέγχου της σύστασης και λειτουργίας τους.
Η κατοχύρωση ουσιαστικής αυτοτέλειας για τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, η σταθερή και γενναία οικονομική χρηματοδότηση και η ποιοτική εξέλιξη είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις αν και εφόσον στοχεύουμε στην παραγωγή ικανού επιστημονικού κεφαλαίου, στο οποίο πρέπει να επενδύσουμε.
Το πρόβλημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν είναι Συνταγματικό. Είναι θεσμικό, χρηματοδοτικό, αναπτυξιακό, κοινωνικό. Αυτό που προέχει είναι να υπάρξουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την αναβάθμιση του Δημόσιου Πανεπιστημίου, προτάσσοντας και επενδύοντας στο ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας.
Όταν, πριν από είκοσι, περίπου, χρόνια ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, δόθηκε ανάσα ζωής στα νησιά του Αρχιπελάγους, αυξήθηκαν οι θέσεις πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση και, με το πέρασμα του χρόνου, δημιουργήθηκε ένα φυτώριο παραγωγής αξιόλογου εκπαιδευτικού και ερευνητικού προϊόντος. Το αρχικό διακύβευμα και ο στόχος παραμένουν διαχρονικά. Αναρωτιέμαι από τι κινδυνεύει περισσότερο η λειτουργία του: από την ολοένα και μεγαλύτερη υποχρηματοδότηση και υποβάθμιση των παρεχόμενων σπουδών ή από την ενδεχόμενη αναθεώρηση του άρθρου 16; Όσο ρητορικό και αν ακούγεται το ερώτημα, είναι πεποίθησή μου ότι πρέπει να προτάξουμε το μείζον από το έλασσον. Και το μείζον είναι, όχι, απλώς, η διατήρηση, αλλά η ενίσχυση του ρόλου του Δημόσιου – μη κρατικού – Πανεπιστημίου. Αυτό προϋποθέτει έναν ειλικρινή, έντιμο και σαφή διάλογο, χωρίς προκαταλήψεις, αλλά με μια και μοναδική στόχευση: την παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης στα παιδιά μας.







