Η τελευταία κίνηση που ενεργοποιεί τον ακήρυχτο πόλεμο των ρολογιών έρχεται με την απόφαση των ΗΠΑ να μεταφέρουν τα ρολόγια τους στη θερινή ώρα τρεις εβδομάδες νωρίτερα από το κανονικό και να την παρατείνουν μια εβδομάδα αργότερα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Ετσι, για ακόμη μια φορά, η εναρμόνιση των δεικτών του ρολογιού σε ολόκληρο τον κόσμο καθίσταται ανέφικτη, γεγονός που δημιουργεί προβλήματα συντονισμού ιδιαίτερα στις επικοινωνίες και στις μεταφορές.
Η αλλαγή της ώρας, την περίοδο της άνοιξης ήταν μια ιδέα που διατυπώθηκε από τον Βενιαμίν Φραγκλίνο, το 1784, και αποσκοπούσε τότε στην εξοικονόμηση ενέργειας (για το κάψιμο λιγότερων κεριών και ζωικού λίπους που χρησιμοποιούσαν τότε για τον φωτισμό).
Από τότε, όμως, βάζοντας το ρολόι μπροστά κατά τους θερινούς μήνες, επιβραδύνουμε, κατά μία ώρα, τον ηλεκτροφωτισμό το βράδυ.
Εντούτοις, για πρώτη φορά το ζήτημα τέθηκε σοβαρά από τον Γουίλιαμ Γουίλετ το 1907 σε βρετανική εφημερίδα, ο οποίος υπολόγισε ότι συνολικά κατά τους επτά μήνες της θερινής ώρας εξοικονομούμε 210 ώρες ηλεκτρικής ενέργειας εκμεταλλευόμενοι τον ήλιο.
Από το 1966 μέχρι το 1986, που το Κογκρέσο ψήφισε έναν νόμο για την ενιαία έναρξη και λήξη της θερινής ώρας σε όλες τις Πολιτείες της Αμερικής, η κατάσταση ήταν τραγελαφική. Κάθε Πολιτεία ρύθμιζε σε διαφορετική ημερομηνία την έναρξη και τη λήξη, με αποτέλεσμα οι συγκοινωνίες και οι επικοινωνίες στο εσωτερικό της χώρας να έχουν γίνει «κουβάρι».
Η ίδια κατάσταση μεταφέρθηκε και στην Ευρώπη, όπου η κάθε χώρα ξεκίνησε σε διαφορετικές χρονολογίες την εφαρμογή του μέτρου. Στην Αγγλία και στην Ιρλανδία, καθιερώθηκε το 1916, στην Ιταλία το 1966, στη Γαλλία το 1976, στην Ελλάδα το 1978, ενώ στη Γερμανία και τη Δανία το 1980. Αν και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προσπαθούσε να ρυθμίσει το ζήτημα από το 1976, αυτό επιτεύχθηκε τέσσερα χρόνια μετά, με μία ιστορική Οδηγία που καθόριζε τις διατάξεις για την κοινή θερινή ώρα (22/7/80) και τέθηκε σε εφαρμογή την επόμενη χρονιά. Όμως, η εφαρμογή του μέτρου έγινε η αιτία για να ξεσπάσει μία απίστευτη διαμάχη στο εσωτερικό της ενιαίας Ευρώπης. Ο λόγος; Αν και από την αρχή όλα τα κράτη – μέλη εναρμονίστηκαν με την ημερομηνία έναρξης της θερινής ώρας, προέκυψαν έντονες διαφωνίες για την ημερομηνία λήξης της.
Αντίθετα από τα υπόλοιπα κράτη – μέλη που προχωρούσαν στη λήξη της θερινής ώρας την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, η Αγγλία και η Ιρλανδία επανέφεραν τους δείκτες του ρολογιού στην «κανονική» ώρα την τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου, με αποτέλεσμα σε αυτή την περίοδο καθετί «ενιαίο» να κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα.
Οι αποκλίνουσες εθνικές πολιτικές απειλούσαν την ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων, εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Οπως σημειώνεται στα πρακτικά των «Διαπραγματεύσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου» έναν χρόνο μετά την εφαρμογή του μέτρου (19/4/82) «ήταν μία διόλου ικανοποιητική κατάσταση το να είναι 12 το μεσημέρι στη Γερμανία και μία η ώρα στη Γαλλία ή αντιθέτως. Υπήρξε, μάλιστα, εποχή που αν πήγαινε κανείς λίγο αργά στο γραφείο του στο Λονδίνο, τότε ο συνάδελφός του στο Παρίσι ήταν για μεσημεριανό και έτσι δεν υπήρχε επαφή μεταξύ τους».
Σε μια έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όπου γινόταν προσπάθεια να διερευνηθεί το θέμα, τα πράγματα περιπλέκονταν ακόμη περισσότερο. Οπως αναφερόταν: «Πρόκειται για ένα λεπτό θέμα, επί του οποίου οι απόψεις των κοινωνικών στρωμάτων διαφέρουν. Αυτοί που προτιμούν τη λήξη της θερινής ώρας στο τέλος Σεπτεμβρίου (έχοντας έτσι φωτεινότερα πρωινά, αλλά και σκοτεινότερα βραδινά τον Οκτώβριο) στην ηπειρωτική Ευρώπη είναι οι υπάλληλοι, οι γονείς των παιδιών σχολικής ηλικίας που αρχίζουν το σχολείο στις 8.00 π.μ., οι ταχυδρόμοι και οι εργαζόμενοι το πρωί.
Ενώ σε εκείνους που επιθυμούν τη λήξη της θερινής ώρας στο τέλος Οκτωβρίου (γιατί, έτσι κερδίζουν φωτεινότερα απογεύματα, αλλά σκοτεινότερα πρωινά τον Οκτώβριο) περιλαμβάνονται οι Βρετανοί και οι Ιρλανδοί αγρότες που πρέπει να πληρώνουν εργάτες, οι οποίοι περιμένουν μέχρι το μεσημέρι ώστε να στεγνώσει η πάχνη προτού αρχίσουν τη συγκομιδή ή τη σπορά».
Τελικά, συμφωνία για κοινή ημερομηνία έναρξης και λήξης της θερινής ώρας επιτεύχθηκε το 1994 με καταληκτική ημερομηνία την τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου, όπως απαιτούσαν οι δύο βορειοευρωπαϊκές χώρες και το μέτρο άρχισε να ισχύει από το 1996, στη μορφή που επιβιώνει μέχρι σήμερα.
Τα αντίθετα αποτελέσματα…
Οπως προκύπτει από όλες τις μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα η εφαρμογή του μέτρου της θερινής ώρας έχει πολύ σημαντικά οφέλη ιδιαίτερα στους τομείς του τουρισμού, της αναψυχής και της οδικής ασφάλειας.
Εντούτοις, ο τομέας για τον οποίο διατυπώνονται έντονες αμφιβολίες αφορά αυτόν της ενέργειας, η εξοικονόμηση της οποίας είχε υπολογιστεί στο 3%, αλλά στην πραγματικότητα είναι μηδενική έως 1%.
Οπως αναφέρεται σε μια από τις πιο εμπεριστατωμένες μελέτες για το θέμα «η σχετικά ασήμαντη εξοικονόμηση αντισταθμίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, από την πρόσθετη κατανάλωση καυσίμων, εξαιτίας της αύξησης της κυκλοφορίας το βράδυ». Κι ακόμη, ότι «η επίδραση της θερινής ώρας στην κατανάλωση ενέργειας έχει την τάση να μειώνεται με την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών και την αυξημένη χρήση λαμπτήρων χαμηλής κατανάλωσης».
Στη Γερμανία, το 1980, από την εφαρμογή της θερινής ώρας εξοικονομήθηκε 1,8 τοις χιλίοις της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας που ισοδυναμούσε με την κατανάλωση ρεύματος από δύο λαμπτήρες των 60 Watt αναμμένων επί μία ώρα ανά νοικοκυριό. Αντίθετα, στη Γαλλία η Υπηρεσία Ελέγχου Ενέργειας υπολόγισε την εξοικονόμηση ενέργειας που επιτεύχθηκε το 1995 χάρις στη θερινή ώρα στο 4% της κατανάλωσης φωτισμού και στο 0,4% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας. Από την άλλη, η Ιταλία πέτυχε το 1996 εξοικονόμηση στην κατανάλωση ενέργειας ισοδύναμη με το 0,4% των εσωτερικών αναγκών.
Αρκετές μελέτες έχουν επικεντρωθεί στις επιπτώσεις της θερινής ώρας στον τομέα της υγείας. Σύμφωνα με αυτές, η εφαρμογή της επηρεάζει τους βιορυθμούς καθώς και τον ύπνο των παιδιών, των εφήβων και των ηλικιωμένων.







