ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ 1918-2007
Σφράγισε για πάντα την Εβδομη Τέχνη
Του ΝΙΝΟΥ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗ
Ο Σουηδός σκηνοθέτης Ινγκμαρ Μπέργκμαν, από τους μεγάλους σκηνοθέτες του σύγχρονου κινηματογράφου, μαζί με τους Φελίνι, Μπουνιουέλ, Κουροσάβα και Οτζου, δημιουργός κλασικών ταινιών όπως «Η έβδομη σφραγίδα», «Αγριες φράουλες», «Περσόνα», «Φανή και Αλέξανδρος», δεν υπάρχει πια. Πέθανε χθες ήρεμα στο σπίτι του, σε ηλικία 89 χρόνων, στο μικρό νησί της Βαλτικής, Φαρό, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια κι όπου παλιότερα είχε γυρίσει την ταινία «Η ντροπή».
Ο Μπέργκμαν σημάδεψε το σύγχρονο κινηματογράφο με μια σειρά σημαντικές ταινίες που ασχολούνται με ουσιαστικά υπαρξιακά προβλήματα, όπως ο έρωτας, η ζωή, ο θάνατος, η προσπάθεια επικοινωνίας, η αστάθεια των ανθρωπίνων σχέσεων και ιδιαίτερα του ζευγαριού, η τρέλα, η πίστη, αλλά και η ύπαρξη ή μη του Θεού. Επηρέασε τόσο με τα θέματα όσο και με το στιλ του νεότερους σκηνοθέτες και κέρδισε σημαντικά βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ, μαζί και τρία ξενόγλωσσα Οσκαρ για τις ταινίες «Η πηγή των παρθένων», «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη» και «Φανή και Αλέξανδρος».
Γιος νοικοκυράς και Λουθηρανού πάστορα, γεννημένος στις 14 Ιουλίου 1918 στην Ουψάλα της Σουηδίας, ο Μπέργκμαν υποβλήθηκε σε μια αυστηρής πειθαρχίας ανατροφή, ορισμένες φορές φτάνοντας στο σημείο να κλειδωθεί για τιμωρία επί ώρες σε σκοτεινή ντουλάπα, γεγονός που είχε επίδραση στο έργο του. Ξεκίνησε την καριέρα του στο θέατρο πριν στραφεί, το 1944, στον κινηματογράφο, γράφοντας αρχικά το σενάριο της ταινίας «Τρέλα» του Αλφ Σιόμπεργκ. Κάνει το σκηνοθετικό ντεμπούτο του την επόμενη χρονιά με την ταινία «Κρίση». Σ’ αυτήν και στις επόμενες ταινίες του («Το λιμάνι των χαμένων ψυχών», «Πάθος και ηδονή», «Ερωτες εφήβων») εισάγει μερικά από τα αγαπημένα του θέματα (οι σχέσεις του ζευγαριού, η ψυχολογία της γυναίκας αλλά και το χάσμα ανάμεσα στις γενιές) που θα αναπτύξει στο κατοπινό ώριμο έργο του. Ξεκινώντας από τη «Νύχτα των σαλτιμπάγκων» (1953), πρώτη σημαντική ταινία του, όπου μέσα από μια εικαστικά λαμπρή σκηνοθεσία κάνει ένα εφιαλτικό σχόλιο πάνω στην απιστία.
Η πρώτη ταινία που τον κάνει διεθνώς γνωστό είναι «Το καλοκαίρι με τη Μόνικα» (1953), λυρικό έργο γύρω από έναν εφηβικό έρωτα που οδηγείται στη διάλυση. Την ίδια διεθνή επιτυχία σημειώνει και μια από τις επόμενες ταινίες του, «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας» (1955), μια χιουμοριστική, «σεξπιρική» ματιά πάνω σε θέματα -ο έρωτας, οι σχέσεις του ζευγαριού, η απιστία- που τον απασχολούν στις δραματικές ταινίες του.
Την περίοδο αυτή αρχίζει ήδη να δημιουργεί μια ομάδα ηθοποιών (Γκιούναρ Μπγιόρνσταντ, Μαξ φον Σίντοβ, Χάριετ Αντερσον, Εύα Ντάλμπεκ, Μπίμπι Αντερσον, Γκιούνελ Λίντμπλομ), στην οποία αργότερα θα προστεθούν και άλλοι (Ινγκριντ Τιούλιν, Λιβ Ούλμαν, Ερλαντ Γιόζεφσον), δημιουργώντας ένα είδος οικογένειας που, με τη σοφή καθοδήγησή του οι ηθοποιοί καταφέρνουν να δημιουργήσουν με τρόπο υποδειγματικό μια σειρά από αξέχαστους, σύνθετους ρόλους.
Ο Μπέργκμαν ονειρευόταν να ανεβάσει «Βάκχες» στην Ελλάδα. Δεν πραγματοποίησε ποτέ το όνειρό του. Τον χειμώνα του 1986 ήρθε στην Αθήνα και συζήτησε το ενδεχόμενο με τη Μελίνα Μερκούρη. Συναντήθηκε, επίσης, με τον Κουν και τον Ευαγγελάτο
Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 συναντάμε μερικά από τα μεγάλα αριστουργήματα της πρώτης περιόδου του έργου του: «Η έβδομη σφραγίδα» (1957), συγκλονιστική, μεταφυσική αλληγορία, με φόντο το Μεσαίωνα και με κύριο θέμα το θάνατο, «Αγριες φράουλες» (1957), γύρω από το θέμα της μοναξιάς αλλά και του θανάτου, με αξέχαστη ερμηνεία από τον κορυφαίο σκηνοθέτη του βωβού, Βίκτορ Σέστρομ, «Ο άνθρωπος με τα δύο πρόσωπα» (1958), σκοτεινή, σατιρική ματιά πάνω στον τσαρλατανισμό μέσα από την ιστορία ενός ταχυδακτυλουργού-υπνωτιστή στη Σουηδία του 19ου αιώνα και «Η πηγή των παρθένων», άλλη μια μεσαιωνική αλληγορία βασισμένη σε σουηδικό θρύλο για ένα βιασμό και την εκδίκηση που ακολουθεί -ταινία που του χάρισε και το πρώτο του Οσκαρ.
Η δεκαετία του ’60 αρχίζει με τη συγκλονιστική, φιλοσοφική τριλογία του γύρω από την πίστη, την τρέλα αλλά και την ύπαρξη ή μη του Θεού: «Μέσα από το σπασμένο καθρέφτη», «Χειμερινό φως» και «Η σιωπή», με την τελευταία να καταλήγει στο συμπέρασμα πως ο Θεός είτε δεν υπάρχει ή αν υπάρχει προτιμά να σιωπά. Στη συνέχεια, με ταινίες όπως τις «Περσόνα» (1967) και «Η ώρα του λύκου» επιστρέφει σε πιο χειροπιαστά θέματα, εκείνα των ανθρώπινων σχέσεων, ενώ με την «Ντροπή» (1968) καταπιάνεται με τις πιθανές καταστροφές ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος. Ακόμη, στην επόμενη ταινία του, «Το πάθος» (1969) έχουμε μιαν ακόμη ανάλυση της ανθρώπινης μοναξιάς.
Η γυναικεία ψυχολογία και το επαναλαμβανόμενο θέμα του θανάτου επανέρχονται στην αριστουργηματική «Κραυγές και ψίθυροι» (1972), από τις πιο εικαστικά ελκυστικές ταινίες του σκηνοθέτη, γύρω από το πώς αντιμετωπίζουν το θάνατο μιας γυναίκας οι δύο αδερφές της. Το 1976 ακολουθεί ένα ακόμη αριστούργημα, «Πρόσωπο με πρόσωπο», σπαρακτικό ψυχόδραμα γύρω από το νευρικό κλονισμό μιας γυναίκας, με τη Λιβ Ούλμαν να δίνει μιαν από τις καλύτερες ερμηνείες της. Στη δεκαετία του ’70, κι ενώ σκηνοθετούσε το «Χορό του θανάτου» του Στρίντμπεργκ για το Βασιλικό Θέατρο της Στοκχόλμης, ο Μπέργκμαν θα έχει τραυματική εμπειρία με τη σουηδική εφορία που τον οδηγεί σε νευρικό κλονισμό και τον ωθεί για ένα διάστημα σε αυτο-εξορία στη Γερμανία. Εκεί γυρίζει το «Αυγό του φιδιού» (1977), την πιο πολιτική ταινία του, γύρω από την οικονομική κρίση στη Γερμανία του ’20 και την άνοδο του Χίτλερ. Το 1978 ακολουθεί η «Φθινοπωρινή σονάτα» με την Ινγκριντ Μπέργκμαν και τη Λιβ Ούλμαν, στο ρόλο μητέρας και κόρης να συγκρούονται σε μια ελεγεία γύρω από τη μοναξιά, τη συγχώρεση αλλά και το θάνατο.
1972: Ευτυχισμένες στιγμές στο νησί του, Φαρό, με παρέα τρεις από τους κυριότερους συνεργάτες του. Από αριστερά: Μπέργκμαν, Σβεν Νίκβιστ (διευθυντής φωτογραφίας), Ερλαντ Γιόζεφσον και Λιβ Ούλμαν
Την επόμενη χρονιά επιστρέφει στο νησί του, το Φαρό, και ξαναρχίζει να εργάζεται αρχικά στο θέατρο και στη συνέχεια στον κινηματογράφο. Στην τελευταία αυτή, τρίτη περίοδο της κινηματογραφικής του καριέρας, γυρίζει (αρχικά για την τηλεόραση και στη συνέχεια σε κινηματογραφική βερσιόν) μια δοσμένη με ξεχωριστή φροντίδα και αγάπη για τη λεπτομέρεια ταινία εποχής και μιαν από τις πιο ώριμες ταινίες του, τη «Φανή και Αλέξανδρος», επανεξέταση και σύνοψη των κύριων θεμάτων των προηγούμενων ταινιών του. Η ταινία κερδίζει τέσσερα Οσκαρ.
Παρ’ όλο που μετά την ταινία αυτή ο Μπέργκμαν δήλωσε ότι αποχωρεί από τον κινηματογράφο, την επόμενη χρονιά γυρίζει για την τηλεόραση το «Μετά την πρόβα» -κυκλοφόρησε και στις αίθουσες. Το ίδιο θα γίνει και αργότερα με την τελευταία ταινία του, «Σαραμπάντ» (2003), με το ζευγάρι της ταινίας από τις «Σκηνές από ένα γάμο» να ξανασυναντιέται ύστερα από 30 χρόνια σ’ ένα ακόμη συγκλονιστικό, γυρισμένο σε γκρο πλάνα και με ψηφιακή κάμερα, ψυχόδραμα. Ενδιάμεσα, δύο από τα σενάριά του, «Οι καλύτερες προθέσεις» (1992) και «Απιστη» (2000), με θέματα καθαρά «μπεργκμανικά», σκηνοθετούν ο Μπιλ Ογκαστ και η Λιβ Ούλμαν αντίστοιχα.
Ο Μπέργκμαν είχε δεσμό με τρεις από τις πρωταγωνίστριές του, παντρεύτηκε 5 φορές και απέκτησε 9 παιδιά. Η ημερομηνία και ο χώρος της κηδείας του δεν έχουν μέχρι στιγμής οριστεί, αν και θα γίνει σε κλειστό οικογενειακό κύκλο.
——————————————————————————–
Πρόσωπο με πρόσωπο
**ΠΟΛΙΤΙΚΗ: «Τα πολιτικά μας συστήματα είναι βαθιά συμβιβασμένα και δεν έχουν καμία χρησιμότητα πια. Είναι πολύ αργά για επαναστάσεις, και άλλωστε βαθιά μέσα μας δεν πιστεύουμε πως έχουν θετικά αποτελέσματα. Κατά τα άλλα, είμαι ένας αξιοσέβαστος σοσιαλδημοκράτης».
**ΘΕΟΣ: «Για μένα η κόλαση ήταν ένας φοβερά υποβλητικός τόπος· πάντοτε όμως θεωρούσα ότι βρίσκεται πάνω στη γη. Η κόλαση δημιουργείται από τους ίδιους ανθρώπους – πάνω στη γη!».
**ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΕΣ: «Η κοσμοθεωρία μου είναι να μην έχω κοσμοθεωρία. Είμαι ένας σταθμός ραντάρ. Πιάνω διάφορα πράγματα και τα αντανακλώ σαν καθρέφτης, ανακατεμένα με μνήμες, όνειρα και ιδέες. Είναι ο πόθος και η θέληση της δημιουργίας».
**ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ: «Ο τρόπος που αισθάνεται τις γυναίκες είναι διφορούμενος. Από τη μια τις λατρεύει φοβερά και από την άλλη τις καταδιώκει με μανία. Η ψυχή του είναι μισή γυναίκα και μισή άντρας».
**ΟΥΛΜΑΝ: «Η Λιβ Ούλμαν με γοητεύει φοβερά. Είναι μια εξαιρετικά υποβλητική ηθοποιός. Στο πρόσωπό της βλέπω να αντικατοπτρίζονται διάφοροι ρόλοι. Επειτα, μου αρέσει στην προσωπική μου ζωή – αλλά αυτό είναι άλλο θέμα».
**ΧΙΤΣΚΟΚ: «Πολλοί από τους περιορισμούς του Χίτσκοκ αλλά και το μεγαλείο του μέσα απ’ αυτούς έχουν τη ρίζα τους στο βαρύ του σώμα. Πάντα δουλεύει στο στούντιο χρησιμοποιώντας μια ακίνητη κάμερα· το έχει κάνει σύστημα να χρησιμοποιεί μακρινά πλάνα έτσι ώστε να μην μπαίνει στον κόπο να μετακινείται».
**ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΟ: «Καθόμαστε απλά στη θέση μας, αφήνοντας τις εικόνες να κυλούν πάνω μας. Η βούλησή μας παύει να λειτουργεί. Χάνουμε την ικανότητά μας να κατατάσσουμε τα πράγματα και να τα τοποθετούμε στη σωστή τους θέση. Παρασυρόμαστε σε μια σειρά γεγονότων, συμμετέχουμε σ’ ένα όνειρο. Και η κατασκευή των ονείρων είναι μια πολύ ζουμερή δουλειά».
**ΗΘΟΠΟΙΟΙ: «Οταν θες να εκφράσεις κάτι σύνθετο, ο ερασιτέχνης δεν σου χρησιμεύει σε τίποτα. Οι ηθοποιοί διδάσκονται για να εκφράζουν την πολυπλοκότητα».
**ΘΕΑΤΡΟ: «Εζησα όλη μου τη ζωή στο θέατρο. Και το θέατρο, μ’ όλο που είναι ένας προστατευμένος κόσμος, είναι πάντα συλλογικό. Στο θέατρο οι ηθοποιοί δεν είναι ούτε για μια στιγμή ανυπεράσπιστοι απέναντι στον σκηνοθέτη. Διαθέτουν ένα σωρό αποτελεσματικούς τρόπους να του αντισταθούν».
**ΤΟ ΣΙΝΕΜΑ, ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ: «Είναι ακριβώς όπως τότε που ήμουνα μικρός και έβγαζα τα παιχνίδια μου μέσα από το ντουλάπι. Με τη μόνη διαφορά ότι σήμερα, για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο, με πληρώνουν γι’ αυτό, και υπάρχουν άνθρωποι που μού φέρονται με σεβασμό και κάνουν ό,τι τους λέω, πράγμα που καμιά φορά με αφήνει κατάπληκτο».
Β.Κ.Κ.
——————————————————————————–
Από τον Γούντι στον Τεό
Το κινηματογραφικό του έργο εκτιμήθηκε αρκετά νωρίς από τους σκηνοθέτες και τους κριτικούς της νουβέλ βαγκ, και συγκεκριμένα από το περιοδικό τους, το «Καγιέ ντι σινεμά» (παρ’ όλο που ο Μπέργκμαν δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα το έργο του Γκοντάρ). Στη συνέχεια θα επηρεάσει αρκετούς σκηνοθέτες μιας νεότερης γενιάς, ανάμεσά τους και τον Γούντι Αλεν, που στις ταινίες του κάνει συχνές αναφορές στο έργο του Σουηδού σκηνοθέτη – σε συνέντευξή του το 1988 ανάφερε πως ο Μπέργκμαν «ίσως ήταν ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης του κινηματογράφου από την εποχή της ανακάλυψης της κάμερας».
Ο δικός μας Θόδωρος Αγγελόπουλος δήλωσε χθες στην «Ε»: «Οταν φεύγει από τη ζωή ένας τόσο μεγάλος σκηνοθέτης, όλοι εμείς οι άνθρωποι του σινεμά ζούμε τον θάνατό του σαν προσωπική μας απώλεια. Τον ανακάλυψα έκθαμβος στα χρόνια της δικτατορίας στο Παρίσι, και μόνο για ένα μικρό διάστημα η υπερπολιτικοποίηση με απομάκρυνε από το έργο του. Με την ταινία “Κραυγές και ψίθυροι” ξαναγύρισα κοντά του και δεν ξανάφυγα ποτέ. Κάποιες από τις ταινίες του είναι από τις πιο αγαπημένες μου: “Περσόνα”, “Αγριες φράουλες” και, φυσικά, “Κραυγές και ψίθυροι”».
——————————————————————————–
Μια ζωή στο θέατρο
Ο Μπέργκμαν άρχισε να ενδιαφέρεται για το θέατρο από παιδική ηλικία -9 χρόνων είχε φτιάξει το δικό του θέατρο κάτω από ένα τραπέζι του σπιτιού του.
Αρχισε να αναμιγνύεται σε παραγωγές ως ηθοποιός και σκηνοθέτης από την εποχή που σπούδαζε φιλολογία και Καλές Τέχνες στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Με την αποφοίτησή του, προσλαμβάνεται μαθητευόμενος σκηνοθέτης σε θέατρο της Στοκχόλμης, γράφοντας ταυτόχρονα διάφορα θεατρικά έργα και μυθιστορήματα. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’40 και παράλληλα με την κινηματογραφική του δραστηριότητα, σκηνοθετεί για διάφορα θέατρα της Σουηδίας, ανάμεσά τους το Μάλμο Θίατερ και το Βασιλικό Δραματικό Θέατρο της Στοκχόλμης, στο οποίο διετέλεσε διευθυντής από το 1963 μέχρι το 1966, ενώ, πολλούς από τους κατοπινούς πρωταγωνιστές του τούς γνώρισε στο θέατρο.
Ανάμεσα στα έργα που σκηνοθέτησε ήταν πολλά του Αύγουστου Στρίντμπεργκ, συγγραφέα που επηρέασε ιδιαίτερα το κινηματογραφικό του έργο -φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να ανεβάσει τέσσερις φορές, την πρώτη φορά το 1941 και την τελευταία το 2000, τη «Σονάτα των φαντασμάτων». Ανάμεσα στις πιο γνωστές παραγωγές του είναι το «Χειμωνιάτικο παραμύθι» του Σέξπιρ, «Εντα Γκάμπλερ» και «Βρικόλακες» του Ιψεν, ενώ, το 1975, κινηματογράφησε, από θεατρική παράσταση, τον «Μαγικό αυλό» του Μότσαρτ. Το 1985, χρονιά της Αθήνας Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, είδαμε τον «Ιωάννη Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ιψεν, σε δική του σκηνοθεσία.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 31/07/2007






