Αρχική Απόψεις Συνεντεύξεις Xίος… η αναπάντεχη, από το ΓΕΩ της Ελευθεροτυπίας

Xίος… η αναπάντεχη, από το ΓΕΩ της Ελευθεροτυπίας

32

Ούτε τριάντα λεπτά δεν έκανε το αεροπλάνο να βρεθεί πάνω από τη Χίο. Προσγειωθήκαμε σ’ ένα μικρό αεροδρόμιο με βλάστηση τροπική κι ένα αεράκι που ερχόταν από την κοντινή θάλασσα. Ένιωσα αμέσως να με πλημμυρίζουν κύματα ευεξίας κι ας διέκρινα απέναντι τα χώματα της Τουρκίας (κατέβαλα κόπο να τα εκλάβω ως γη της Ιωνίας).
Μια άγνωστή μου ακόμη νεράιδα της Χίου είχε φροντίσει να μου κλείσει δωμάτιο λίγο έξω από τη Χώρα, στη Δασκαλόπετρα. Πέρασα με το νοικιασμένο μου αμάξι από το λιμάνι, είδα τα αρχοντικά της προκυμαίας και ύστερα τα απομεινάρια του κάστρου, άφησα πίσω μου το Βροντάδο και βρέθηκα στη Δασκαλόπετρα. Το όνομά της το ‘χει πάρει από την πέτρα όπου καθόταν (λένε) ο Όμηρος και δίδασκε τα έπη του. Ήταν,εννοείται, το πρώτο πράγμα που μελέτησα από κοντά. Σ’ ένα πλάτωμα, πάνω από τα απομεινάρια ενός ναού της Κυβέλης, μια πέτρα μονάχη αγναντεύει τη θάλασσα.
Ήξερα πως εκεί κοντά ήταν ο τάφος του Γιάννη Ψυχάρη, εκείνου που έδωσε αγώνα μεγάλο για τη δημοτική γλώσσα και που “Το Ταξίδι” του ξαναδιάβαζα τις τελευταίες μέρες. Αποφάσισα πως θα ‘ταν καλύτερα να τον επισκεπτόμουν λίγο πριν φύγω από το νησί.
Φόρεσα το μαγιό μου κι έριξα μια βουτιά στα κρύα νερά της θάλασσας.
Αργότερα, κατά το σούρουπο, ήρθε και με πήρε από το ξενοδοχείο η νεράιδα που λέγαμε.
Έγινε η οδηγός μου στο διαβόητο Κάμπο της Χίου (διαβόητο, τρόπος του λέγειν, εγώ, το ομολογώ, δεν είχα ιδέα). Ο Κάμπος είναι ένας λαβύρινθος για ρομαντικές ψυχές. Ατελείωτα περιβόλια που περιβάλλονται από ψηλούς τοίχους, βαριές πόρτες με οικόσημα, δρομάκια στενά της εξοχής που χωράνε ίσα ίσα ένα αυτοκίνητο. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, η συνέχεια της κρητικής ψυχής που εποίκισε στα αρχαία χρόνια το νησί με το γιο του Διόνυσου και της Αριάδνης, τον Οινοποίωνα, που δίδαξε στους κατοίκους την καλλιέργεια του αμπελιού και κουβαλούσε μέσα του μνήμες από το Μινώταυρο και το λαβύρινθο του Μίνωα, του παππού του. Ο Κάμπος με άφησε άναυδο, με την ήσυχη παρακμή των αρχοντικών, τα αρώματα των κήπων, τα κοάσματα των βατράχων στις στέρνες, τα θηριώδη μαγκανοπήγαδα, τα βοτσαλωτά δάπεδα, αλλά κυρίως με την απόκοσμη ατμόσφαιρά του -μια αίσθηση Ζώνης του Λυκόφωτος έντυνε με αχλύ τα πάντα. “Σίγουρα τόπος ξωτικών”, σκέφτηκα. Με άλλα λόγια, ο Κάμπος με μάγεψε.
Γράφει γι’ αυτόν ο Γιώργος Θεοτοκάς: “Μπορεί να πλανιέται κανείς ώρα πολλή στον Κάμπο, ανάμεσα στους τοίχους, χωρίς να βλέπει τίποτα απ’ το δάσος, αναπνέοντας μονάχα την ατμόσφαιρά του. Κάποτε ανοίγει μια βαριά πόρτα. Το δάσος επιτέλους αποφασίζει να φανερωθεί, πλούσιο, ζωντανό, σπαρταριστό από δροσιά και τρυφερά μουρμουρητά και φλοισβίσματα. Ένας πλακόστρωτος σκιερός δρομάκος διασχίζει τη χλόη. Ένα μαγγανοπήγαδο τρίζει αργά και ρυθμικά. Το νερό στάζει στις πλάκες μονότονα. Μες στην πυκνή πρασινάδα ένα παλαιικό σπίτι κρύβει ζηλιάρικα τη μόνωσή του, τις κιτρινιασμένες βιβλιοθήκες και τα μελαγχολικά πορτρέτα των κοριτσιών του 19ου αιώνα”.
Αργότερα, το ίδιο βράδυ, δειπνήσαμε στον κήπο ενός τέτοιου αρχοντικού, στο Μαυροκορδάτικο, παρέα με τον Γιώργο Γαλάντη, τον εκδότη του περιοδικού “ΔΙΑΒΑΩ”, τον Δημήτρη, και δύο κορίτσια από την Αθήνα που έκαναν διακοπές στο νησί και δήλωναν μεγάλες θαυμάστριες της Χίου.
Γύρισα μόνος στο ξενοδοχείο.
Την άλλη μέρα ξύπνησα με διάθεση βυζαντινή. Έκανα την πρώτη στάση μου στη Νέα Μονή, το σπουδαιότερο βυζαντινό μνημείο της Χίου. Χτίστηκε στα μέσα του 11ου αιώνα από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Μονομάχο για να κάνει τα γούστα της γυναίκας του Ζωής. Προσέξατε το καθολικό της μονής, χαρακτηριστικό δείγμα του οκταγωνικού τύπου. Δυστυχώς οι αγιογραφίες είναι σκεπασμένες καθώς γίνεται εκτεταμένη συντήρηση. Εδώ, στη σφαγή της Χίου το 1822, μακελεύτηκαν απ΄τους γείτονες γύρω στα 4.000 άτομα, μοναχοί και λαϊκοί. Προσοχή, η πύλη κλείνει στη μία το μεσημέρι.
Είπαμε, είχα βυζαντινή διάθεση. Σε λίγο έφτασα στον “Μυστρά της Χίου”, τον Ανάβατο. Στην κορυφή ενός λόφου, η μεσαιωνική αυτή καστροπολιτεία κόβει την ανάσα του επισκέπτη με την άγρια ομορφιά της (εμένα μου την έκοψε κι όταν επιχείρησα να σκαρφαλώσω στα καλντερίμια, ντάλα μεσημέρι, με τον ήλιο να μου παίρνει το σκαλπ).
Στη συνέχεια έφτασα στη δυτική πλευρά του νησιού κι άρχισα να βλέπω από ψηλά πανέμορφες ακρογιαλιές στη σειρά, το Λιθί, το Τραχήλι, την Ελίντα. Χρειαζόμουν επειγόντως να βουτήξω στη θάλασσα. Σταμάτησα στα Μαγεμένα (περισσότερο επειδή μ’ άρεσε το όνομα, μια μακριά αμμουδιά λίγο πριν από τη Βολισσό.
Σύμφωνα με το Νικόλαο Πολίτη, ο Όμηρος γεννήθηκε στο χωριό Πιτυός και έζησε στη Βολισσό. Στον Ανάβατο (το καστροχώρι που ήμουν πριν από λίγο) πήγε και τραγούδησε. Το σχολειό του το είχε κοντά στου Πασά τη βρύση, μια ώρα μακριά από το Κάστρο, κοντά στο περιγιάλι (στη Δασκαλόπετρα, όπου έμενα). Τον έθαψαν στα Καρδάμυλα (εκεί θα πήγαινα αργότερα μες στη μέρα).
Η Βολισσός είναι ένα όμορφο χωριό (άρχισα σιγά σιγά να διαπιστώνω έκπληκτος ότι το ένα χωριό διέφερε αρκετά από το άλλο), με βυζαντινό κάστρο στην κορυφή του. Στην επάνω μεριά του χωριού, αναπαλαιωμένα σπίτια υψηλής αισθητικής προσφέρουν κατάλυμα στον εστέτ ταξιδιώτη. Εδώ υποτίθεται ότι έγραψε ο Όμηρος τη Βατραχομυομαχία του.
Έφτασα μέχρι το Άγιο Γάλα για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι την καταπληκτική δουλειά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Χίου στην ανάδειξη ενός σπηλαίου όπου βρέθηκαν λείψανα από τη λίθινη εποχή. (Εν τω μεταξύ, ο νομάρχης Χίου έχει επιδοθεί στην περισυλλογή νερού κάθε είδους με φράγματα, λομνοδεξαμενές και δίκτυα μεταφοράς υδάτων).
Είχα βάλει στόχο να κάνω μπάνιο απογευματινό στον Γιόσωνα, μια ακτή στο Βορρά, όπου κατά την παράδοση προσάραξε η Αργώ με τους Αργοναύτες του Ιάσονα, όταν κατευθυνόταν προς την Κολχίδα. Φυσούσε όμως τραμουντάνα και δε μου ‘κανε καρδιά να πέσω στην θάλασσα.
Κατέφυγα σε κοντινό ορμίσκο, με κρυστάλλινα νερά, ιδιαίτερα γραφικό, με εξοχικές κατοικίες κι όνομα παραφθαρμένο από ναό της Άρτεμης, το Ναγό.
Πίστευα ότι δε θα έβλεπα πιο ωραία παραλία στο νησί, ώσπου (την άλλη μέρα) βρέθηκα στα Μαύρα Βόλια. Όμως τον έβαλα μες στην ψυχή μου το Ναγό.
Το λιμάνι των Καρδαμύλων έχει μια μελαγχολία, σε αντίθεση με το ίδιο το κεφαλοχώρι που δείχνει ιδιαίτερα ζωντανό κι ευχάριστο. Δεν πρόλαβα δυστυχώς να καθίσω στην πλατεία που είχε ταβέρνες και τραπεζάκια έξω. Μου είπαν πως τα Καρδάμυλα ως τόπος πλούσιων εφοπλιστών είναι ο αντίπαλος της Χώρας και ότι οι Καρδαμύλιοι είτε θα σε δεχτούν εγκάρδια είτε θα σε αγνοήσουν εντελώς.
Το βράδυ δείπνησα με εκλεκτή παρέα στο ειδυλλιακό χωριό Πιτυός. Μου είχαν μιλήσει κιόλας από την Αθήνα γι΄αυτό το μέρος κι έτσι χάρη στον Μιχάλη δοκίμασα τα ζυμωτά “χερίσια” μακαρόνια του, τις πίτες με το κοπανιστό τυρί και το κοκκινιστό κατσίκι, κάτω από τον πλάτανο που σκέπαζε το χωριό.
Στην επιστροφή χάθηκα μες στον Βροντάδο, μια πολίχνη όπου κάθε καραβοκύρης έβαφε το σπίτι του σύμφωνα με τα χρώματα της σκούνας του. Κάποια στιγμή πέρασα μπροστά κι από εκείνες τις δύο εκκλησίες όπου τη βραδιά της Ανάστασης βλέπουμε όλοι στην τηλεόραση να γίνεται ο ρουκετοπόλεμος ανάμεσα στις δύο συνοικίες. Έκανα διακριτικά το σταυρό μου κι απομακρύνθηκα.
Την άλλη μέρα ξύπνησα με διάθεση μαστίχας. Έβαλα πλώρη για το Νότο. Λίγο έξω από τα Θυμιανά με την ξακουστή πέτρα, διέκρινα τα σκίνα με το ασπρόχωμα απλωμένο κάτω από τα φυτά για να στάζει το δάκρυ της μαστίχας. Σταμάτησα το αυτοκίνητο κι έκλεψα λίγο μαστίχι από τον κορμό κι από το χώμα. Μόλις μάσησα αυτό το κρυσταλλένιο κόμμι η γνωστή ευωδιά πλημμύρισε το στόμα μου.
Τράβηξα δυο – τρεις φωτογραφίες και συνέχισα.
Ο Καταρράκτης είναι ένα γραφικό ψαροχώρι που φημίζεται για την ψαροταβέρνα της Δάφνης. Δεν έμεινα.
Η παραλία της Κώμης είχε πολύ κόσμο για τα γούστα μου (χώρια οι ομπρέλες) κι έτσι συνέχισα για το λιμανάκι του Εμπορειού.
Μ’ άρεσε αυτό που είδα. Άφησα το αυτοκίνητο κάτω από μια σκιά και περπάτησα ως τα Μαύρα Βόλια. Στην πρώτη παραλία, με τα εντυπωσιακά μαύρα βότσαλα, μαζεύονται πολλοί Ελληνοαμερικανοί. Προχώρησα στη δεύτερη, όπου φτάνει κανείς από ένα λιθόστρωτο δρομάκι. Ψηλά βράχια πάνω από τη θάλασσα, νερά διάφανα που βαθαίνουν απότομα και τα περίφημα μαύρα βότσαλα. (Οι Χιώτες ενοχλούνται ιδιαίτερα αν πάρεις κάποια από δαύτα για ενθύμιο -και με το δίκιο τους). Κολύμπησα πολλή ώρα στα αναζωογονητικά νερά και περπάτησα πάνω στα βόλια, κάνοντας έτσι κινέζικο μασάζ στις ταλαιπωρημένες πατούσες μου.
Σπάνιο φαινόμενα στα ελληνικά νησιά, εδώ σχεδόν σε κάθε παραλία υπήρχε ντουζιέρα με γλυκό νερό και καμπίνα για να αλλάξεις. Όποιος το φρόντισε είναι αξιέπαινος. Δείχνει ενδιαφέρον και φροντίδα για τον κόσμο.
Ντύθηκα και τράβηξα για το Πυργί, πατρίδα του συγγραφέα Γιώργου Θεοτοκά. Γράφει ο ίδιος για τον τόπο του: “Τα καντούνια, οι καμάρες, ο πύργος, οι παλιές εκκλησίες παίρνουν ξαφνικά μιαν όψη φαντασμαγορική… Σ’ ένα τέτοιο μέρος πηγαίνουμε να διαισθανθούμε το παρελθόν μας, να επικοινωνήσουμε με μια μικρή χωριανή παράδοση που συνεχίζεται αδιάκοπα ως τις μέρες μας από την εποχή των Αυτοκρατόρων Κομνηνών και Παλαιολόγων και που σου δίνει σε ορισμένες στιγμές την εντύπωση ότι η εποχή αυτή ήταν χτες”. Συμφωνώ και επαυξάνω. Το Πυργί είναι το ζωγραφισμένο χωριό”, ένα είδος καρτούν μες στα Μαστιχοχώρια. Αξίζει οπωσδήποτε να το περπατήσετε.
Τα Μεστά, άλλη έκπληξη. Μεσαιωνικό καστροχώρι, πρότυπο αμυντικής αρχιτεκτονικής, με τη μεγαλύτερη εκκλησία του νησιού (πραγματικά εντυπωσιακή στο εσωτερικό της), τους Ταξιάρχες. Στην πλατεία των Μεστών είδα να παίζουν τάβλι και να αναλώνονται σε φιλοσοφικές (τρόπον του λέγειν) συζητήσεις φιγούρες από τα παλιά καλά Εξάρχεια. Ήπια έναν καφέ και πήρα το δρόμο της επιστροφής.
Πριν φτάσω στο ξενοδοχείο μου έψαξα στη Δασκαλόπετρα για τον τάφο του Ψυχάρη. Έφτασα μέχρι το μοναστήρι της Παναγίας του Μερσινιδίου – καμιά ένδειξη για την τοποθεσία. Κάποιοι περαστικοί μού υπέδειξαν το ακριβές σημείο. Κάμποσα πέτρινα σκαλιά, ανάμεσα σε κυπαρίσσια που σχημάτιζαν ένα σκιερό διάδρομο, κατέβαιναν την πλαγιά του λόφου, μέχρι το πλάτωμα όπου κείται ο συγγραφέας. Το επίγραμμα στην επιτύμβια στήλη μου ‘φερε δάκρυα στα μάτια. Η θέα είναι πανέμορφη, φαίνεται όλη η Χώρα, η θάλασσα μπροστά, η Τουρκία απέναντι. Ιδανικός τόπος για να ανθίσει έρωτας μεταμεσονύκτιος.
Κάποτε με ρώτησε ένας φίλος, αν θα πήγαινα ξανά στην Κούβα. Του είπα πως δεν έβρισκα το λόγο. Τη Χίο ήδη τη νοσταλγώ.


Κείμενο – φωτ. Άρης Σφακιανάκης
Aπ’ το ΓEΩ της «EΛEYΘEPOTYΠIAΣ»

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ από εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ

Διαφήμιση