Αρχική Νέα Ελλάδα - Κόσμος Ελπίδα Τσουρή: δήλωση επί των Προγραμματικών Δηλώσεων (2007) του Πρωθυπουργού στη Βουλή...

Ελπίδα Τσουρή: δήλωση επί των Προγραμματικών Δηλώσεων (2007) του Πρωθυπουργού στη Βουλή των Ελλήνων

18

 Η Ελπίδα Τσουρή επί των Προγραμματικών Δηλώσεων (2007) του Πρωθυπουργού κ. Κωνσταντίνου Καραμανλή, στη Βουλή των Ελλήνων.


Είναι βέβαιο ότι η οργάνωση και η διαχείριση των πόρων της Δ’  Προγραμματικής Περιόδου μπορεί να αποβεί καθοριστική για την προοπτική της ελληνικής περιφέρειας, για την ποιότητα ζωής και την καθημερινότητα του κάθε πολίτη.


Επένδυση σε βασικές υποδομές, αναβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών, προστασία του περιβάλλοντος, κίνητρα για την τόνωση των τοπικών οικονομιών, επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό είναι οι βάσεις στις οποίες πρέπει να κινηθεί η επένδυση των πόρων του Δ’ ΚΠΣ, αν θέλουμε να έχει θετικά αποτελέσματα η υλοποίηση του για ολόκληρη την κοινωνία μας.


Ειδικά για τη νησιωτική Ελλάδα, η περίοδος 2007-2013 μπορεί να είναι καθοριστικής σημασίας. Είναι γνωστά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα νησιά, η ειδική μεταχείριση που πρέπει να έχουν, όπως αυτή κατοχυρώνεται τόσο από το συνταγματικό χάρτη της χώρας μας, όσο και από τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Φαίνεται βέβαια ότι η κυβέρνηση, ουδόλως, κατανοεί αυτές τις ιδιαιτερότητες, γι’ αυτό και η ουσιαστική κατάργηση του Υπουργείου Αιγαίου, μέσω της υπαγωγής του στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, παρά τις αλλαγές της τελευταίας στιγμής, ώστε να συμπεριλάβει τον τίτλο «Αιγαίου» στον τίτλο του και μόνο.


Οι κυβερνητικές προθέσεις για τον τρόπο οργάνωσης του Δ’ ΚΠΣ διαφαίνονται από το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, που καταθέσατε στην προηγούμενη Βουλή. Επί των  προθέσεων αυτών θα τοποθετηθώ, αφού είναι βέβαιο ότι τις διατηρεί η Κυβέρνηση στο ακέραιο.
Δημιουργείτε, με τον τρόπο οργάνωσης που προτείνατε, ένα σύστημα διαχείρισης το οποίο:
1. Απομειώνει τους πόρους των Περιφερειακών Προγραμμάτων, προς όφελος των κεντρικών τομεακών προγραμμάτων των υπουργείων. Είναι εμφανής η στόχευση για κεντρικό – κυβερνητικό έλεγχο της διαχείρισης και της κατανομής των πόρων της Δ’ Προγραμματικής Περιόδου.
2. Εισάγει την έννοια των υπερπεριφερειών, που καθιερώθηκαν χωρίς κανένα διάλογο και αλλάζουν «από το παράθυρο» το διοικητικό χάρτη της χώρας. Αυτό, παρά την εκφρασμένη αντίθεση σειράς φορέων και εκλεγμένων αρχών.
3. Εισάγει πλήθος ενδιάμεσων φορέων (νέες διαχειριστικές αρχές, αναπτυξιακοί οργανισμοί περιφερειών), ξένων προς τις εκλεγμένες αρχές αυτοδιοίκησης, δημιουργώντας αδιαφανείς μηχανισμούς προγραμματισμού και υλοποίησης των έργων, ευεπίφορους σε άνωθεν πιέσεις.  Αναρωτιέται, εύλογα, κανείς, με ποια κριτήρια θα στελεχωθούν αυτοί οι οργανισμοί και ποιες «στρατιές» συμβούλων και ημετέρων θα τους στελεχώσουν.
4. Εισάγει πρόσθετα και περίπλοκα κριτήρια πιστοποίησης τελικών δικαιούχων για την υλοποίηση έργων. Προφανής στόχος, μια σειρά σημερινών τελικών δικαιούχων (κυρίως, προερχόμενοι από την πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση) να αποκλείονται το προσεχές διάστημα. Την ίδια στιγμή, δεν υπάρχει καμιά ενίσχυση σε πόρους και προσωπικό στις αρχές αυτοδιοίκησης, ώστε να ανταποκριθούν στα κριτήρια αυτά.
5. Ο αρχικός σχεδιασμός έγινε εν κρυπτώ και χωρίς ενημέρωση και δημόσια συζήτηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η διαβούλευση έγινε μεταξύ διορισμένων κρατικών οργάνων (υπουργεία – περιφέρειες) χωρίς ούτε καν ενημέρωση και πρόσκληση σε συναντήσεις αιρετών αρχών.


Από τα παραπάνω, τα οποία συνοπτικά ανέφερα, για λόγους οικονομίας χρόνου γίνεται φανερό, ότι οικοδομείται ένα σύστημα χωρίς περιθώρια δημοκρατικού ελέγχου, με κυρίαρχο το ρόλο της κεντρικής εξουσίας, με κατ’ όνομα μόνο αποκέντρωση. Αυτό που ενδιαφέρει ουσιαστικά την κυβέρνηση, είναι να διατηρήσει τον έλεγχο, να έχει τον τελικό λόγο για την επιλογή προτεραιοτήτων και έργων.


Με το σύστημα αυτό το οποίο προωθείται κάθε έννοια δημοκρατικού προγραμματισμού υποσκάπτεται εκ των προτέρων. Τα Περιφερειακά Συμβούλια, για παράδειγμα, μένουν χωρίς κανένα ρόλο στη διαμόρφωση των περιφερειακών προγραμμάτων. Στη θέση τους αδιαφανείς μηχανισμοί, όπως οι αναπτυξιακοί οργανισμοί περιφερειών, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, στελεχωμένοι με άγνωστα κριτήρια, υποκαθιστούν εκλεγμένες τοπικές αρχές.
Επιτρέψτε μου, να επιμείνω στο σημείο, ότι το σύστημα που περιέγραψα είναι το πλέον αδόκιμο για τη νησιωτική Ελλάδα. Γιατί, με βάση τη νησιωτική ιδιαιτερότητα που όλοι και όλες αναγνωρίζουμε, στο χώρο των ελληνικών νησιών απαιτείται ευελιξία, ταχύτητα, προσαρμογή στις τοπικές ιδιαιτερότητες. Απαιτείται παράλληλα  σεβασμός στη γνώμη και στον κυρίαρχο προγραμματικό ρόλο των τοπικών κοινωνιών, ενεργοποίηση του πολίτη και των τοπικών οικονομιών. Σε ένα «βαρύ», κεντρικά ελεγχόμενο, αδιαφανές σύστημα, οι τοπικές κοινωνίες θα είναι κομπάρσοι, οι τοπικές αρχές θα είναι ο φτωχός συγγενής που θα εκλιπαρεί την κεντρική διοίκηση. Στην ουσία οι προτεραιότητες των νησιών στην καλύτερη περίπτωση θα πρέπει να συμπέσουν με τις επιλογές των κυβερνητικών μανδαρίνων. Σε κάθε άλλη περίπτωση το τρένο της ανάπτυξης θα έχει χαθεί.


Επισημαίνουμε από σήμερα, ότι ο τρόπος που επιλέξατε για να σχεδιάσετε και να διαχειριστείτε το Δ’ ΚΠΣ είναι αδιέξοδος. Δεν θα οδηγήσει μόνο σε τεχνικές δυσκολίες και πρόβλημα απορρόφησης, το οποίο δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορεί να «καλυφθεί» με λογιστικές αλχημείες. Θα οδηγήσει σε ιεραρχήσεις και επιλογές έργων και παρεμβάσεων ξένων προς τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.


Εμείς, καλούμε τις τοπικές κοινωνίες και ειδικά τις αρχές αυτοδιοίκησης να διεκδικήσουν τον ενεργό τους ρόλο στον προγραμματισμό και την υλοποίηση των έργων, να μην αποδεχτούν το ρόλο του φτωχού συγγενή και του κομπάρσου. Άλλωστε είναι βέβαιο ότι στο θέμα αυτό, όπως και σε άλλα, θα διαμορφωθεί μια δυναμική κοινωνική αντιπολίτευση στις επιλογές σας που μας γυρίζουν χρόνια πίσω.


Από την πλευρά μας, με πνεύμα συνεργασίας, θα ταχθούμε αλληλέγγυοι στις τοπικές κοινωνίες στην προσπάθειά τους για δημοκρατικό προγραμματισμό, ουσιαστικές παρεμβάσεις, κοινωνικό έλεγχο στην εκτέλεση των έργων.
Στις επιλογές υποβάθμισης της τοπικής δημοκρατίας, αδιαφάνειας, αναποτελεσματικής και αδιέξοδης διαχείρισης θα μας βρείτε αποφασιστικά αντιμέτωπους.

 

ΠΗΓΗ: ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Διαφήμιση