Σε περίπτωση επανάληψης από οποιονδήποτε του ισχυρισμού ότι ο διορισμός του νέου Εφορευτικού Συμβουλίου της Βιβλιοθήκης ΚΟΡΑΗΣ έχει σχέση με τη διαχείριση των κονδυλίων, θα οδηγήσει σε προσφυγή των μελών του στη Δικαιοσύνη “κηδόμενοι της υπολήψεώς μας”, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση.
Συγκεκριμένα η ανακοίνωση, αναδημοσιευμένη από την εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ αναφέρει:
“Το νέο Εφορευτικό συμβούλιο της Βιβλιοθήκης «Κοραής», το οποίο το τελευταίο διάστημα βρέθηκε, ως μη όφειλε, στη δίνη ποικίλων αιτιάσεων, παραπόνων, διαμαρτυριών αλλά συνάμα και σπερμολογιών, θεωρεί υποχρέωσή του, για την αμφίπλευρη ενημέρωση της χιακής κοινωνίας, να ανακοινώσει τα ακόλουθα:
1. Βάσει της κείμενης νομοθεσίας, τα μέλη του Εφορευτικού Συμβουλίου των Βιβλιοθηκών προέρχονται από διάφορους κοινωνικούς χώρους, και μετέχουν σε αυτό ως άτομα και όχι ως εκπρόσωποι Συλλόγων ή φορέων. Κατόπιν και τούτου, ο εγερθείς θόρυβος για το λεγόμενο «αποκλεισμό» εκπροσώπου του «Συλλόγου Φίλων της Βιβλιοθήκης», ψυχραιμότερα θεωρούμενος, δεν φαίνεται – στο βαθμό τουλάχιστον που εξελίχθηκε – δικαιολογημένος, διότι: πρώτον, στερείται νομικής βάσεως, δεύτερον, και εμείς τα μέλη του Εφορευτικού Συμβουλίου, όπως και κάθε συνειδητός πολίτης του τόπου, δεν είμαστε λιγότερο φίλοι και υποστηρικτές της βιβλιοθήκης και τρίτον και το σπουδαιότερο εξ απόψεως ουσίας, δύο εξ ημών συμβαίνει να ανήκουν στα μέλη του ως άνω Συλλόγου και μάλιστα στα ιδρυτικά τους.
2. Η απουσία από το Συμβούλιο, τη φορά αυτή, κληρικού δεν είναι ασφαλώς σε κανέναν ευχάριστη. Όμως την αιτία αυτής της απουσίας ο κάθε ενδιαφερόμενος θα μπορούσε – και μπορεί και τώρα – να την πληροφορηθεί εκ του ασφαλούς από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου, προκειμένου να μην οδηγείται στην ατελέσφορη, εν προκειμένω, εικοτολογία, η οποία αναπόφευκτα απολήγει σε ανευθυνολογία, και στην περίπτωση των μέσων ενημέρωσης σε μη υπεύθυνη δημοσιογραφία.
3. Η πικρία ή ακόμα και η οργή του εκπαιδευτικού – και καλού συναδέλφου ένιων εξ ημών – κ. Μανώλη Στάθη για τη μη ανανέωση της απόσπασής του είναι απόλυτα κατανοητή. Όφειλε όμως, λόγω και της κοινωνικής του θέσεως, να ζητήσει – όπως εξάλλου είχε, το δικαίωμα – από το Υπουργείο το σκεπτικό της απόρριψης του αιτήματός του, και με βάση αυτό, συγκεκριμένα και αιτιολογημένα πλέον, να επιχειρηματολογήσει. Το να προβαίνει όμως αντ’ αυτού σε παντοειδείς μομφές και κατηγορίες, δεν είναι θεμιτό, όπως δεν είναι θεμιτό να στρέφεται και κατά του νέου Εφορευτικού Συμβούλου, να αμφισβητεί τα προσόντα και την καταλληλότητα των μελών του και, το σοβαρότερο, να συνδέει το διορισμό μας με τη … διαχείριση κονδυλίων, όταν είναι παγκοίνως γνωστό ότι το Συμβούλιο ούτε κονδύλια διαχειρίζεται, ούτε τους αναδόχους των έργων επιλέγει. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός του, ο οποίος συνιστά αυτόχρημα βαρύτατη μορφή τόσο εκ του μέρους του όσο και εκ του μέρους εκείνων που άκριτα και αβασάνιστα τον υιοθέτησαν και τον προέβαλαν, μας αναγκάζει να υπογραμμίσουμε ότι, σε περίπτωση επανάληψής του από οποιονδήποτε, είμαστε υποχρεωμένοι να προσφύγουμε στη δικαιοσύνη κηδόμενοι της υπολήψεώς μας.
4. Τον απαξιωτικό για εμάς ισχυρισμό του ΔΣ της ΕΛΜΕ ότι με το διορισμό μας παραγκωνίζονται «καταξιωμένα πρόσωπα των γραμμάτων…», και εμείς, όπως και κάθε νουνεχής άνθρωπος του τόπου μας, τον κρίνουμε κατώτερο της σοβαρότητάς, της υπευθυνότητας και της ευθυκρισίας, που έπρεπε να διακρίνει τους εκπροσώπους ενός τέτοιου συνδικαλιστικού οργάνου, αφού οι ίδιοι κάλλιστα γνωρίζουν την όλη βιοτή, καθώς και την πνευματική, κοινωνική, πολιτιστική και υπηρεσιακή συνεισφορά ενός εκάστου εξ ημών.
Τελειώνοντας, θέλουμε να ζητήσουμε τη βοήθεια και συνδρομή όλων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων και την ευόδωση των επιδιώξεών της βιβλιοθήκης, του πολυτιμότατου και ανεκτίμητου αυτού θησαυρού της Νήσου μας”.
1. Βάσει της κείμενης νομοθεσίας, τα μέλη του Εφορευτικού Συμβουλίου των Βιβλιοθηκών προέρχονται από διάφορους κοινωνικούς χώρους, και μετέχουν σε αυτό ως άτομα και όχι ως εκπρόσωποι Συλλόγων ή φορέων. Κατόπιν και τούτου, ο εγερθείς θόρυβος για το λεγόμενο «αποκλεισμό» εκπροσώπου του «Συλλόγου Φίλων της Βιβλιοθήκης», ψυχραιμότερα θεωρούμενος, δεν φαίνεται – στο βαθμό τουλάχιστον που εξελίχθηκε – δικαιολογημένος, διότι: πρώτον, στερείται νομικής βάσεως, δεύτερον, και εμείς τα μέλη του Εφορευτικού Συμβουλίου, όπως και κάθε συνειδητός πολίτης του τόπου, δεν είμαστε λιγότερο φίλοι και υποστηρικτές της βιβλιοθήκης και τρίτον και το σπουδαιότερο εξ απόψεως ουσίας, δύο εξ ημών συμβαίνει να ανήκουν στα μέλη του ως άνω Συλλόγου και μάλιστα στα ιδρυτικά τους.
2. Η απουσία από το Συμβούλιο, τη φορά αυτή, κληρικού δεν είναι ασφαλώς σε κανέναν ευχάριστη. Όμως την αιτία αυτής της απουσίας ο κάθε ενδιαφερόμενος θα μπορούσε – και μπορεί και τώρα – να την πληροφορηθεί εκ του ασφαλούς από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου, προκειμένου να μην οδηγείται στην ατελέσφορη, εν προκειμένω, εικοτολογία, η οποία αναπόφευκτα απολήγει σε ανευθυνολογία, και στην περίπτωση των μέσων ενημέρωσης σε μη υπεύθυνη δημοσιογραφία.
3. Η πικρία ή ακόμα και η οργή του εκπαιδευτικού – και καλού συναδέλφου ένιων εξ ημών – κ. Μανώλη Στάθη για τη μη ανανέωση της απόσπασής του είναι απόλυτα κατανοητή. Όφειλε όμως, λόγω και της κοινωνικής του θέσεως, να ζητήσει – όπως εξάλλου είχε, το δικαίωμα – από το Υπουργείο το σκεπτικό της απόρριψης του αιτήματός του, και με βάση αυτό, συγκεκριμένα και αιτιολογημένα πλέον, να επιχειρηματολογήσει. Το να προβαίνει όμως αντ’ αυτού σε παντοειδείς μομφές και κατηγορίες, δεν είναι θεμιτό, όπως δεν είναι θεμιτό να στρέφεται και κατά του νέου Εφορευτικού Συμβούλου, να αμφισβητεί τα προσόντα και την καταλληλότητα των μελών του και, το σοβαρότερο, να συνδέει το διορισμό μας με τη … διαχείριση κονδυλίων, όταν είναι παγκοίνως γνωστό ότι το Συμβούλιο ούτε κονδύλια διαχειρίζεται, ούτε τους αναδόχους των έργων επιλέγει. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός του, ο οποίος συνιστά αυτόχρημα βαρύτατη μορφή τόσο εκ του μέρους του όσο και εκ του μέρους εκείνων που άκριτα και αβασάνιστα τον υιοθέτησαν και τον προέβαλαν, μας αναγκάζει να υπογραμμίσουμε ότι, σε περίπτωση επανάληψής του από οποιονδήποτε, είμαστε υποχρεωμένοι να προσφύγουμε στη δικαιοσύνη κηδόμενοι της υπολήψεώς μας.
4. Τον απαξιωτικό για εμάς ισχυρισμό του ΔΣ της ΕΛΜΕ ότι με το διορισμό μας παραγκωνίζονται «καταξιωμένα πρόσωπα των γραμμάτων…», και εμείς, όπως και κάθε νουνεχής άνθρωπος του τόπου μας, τον κρίνουμε κατώτερο της σοβαρότητάς, της υπευθυνότητας και της ευθυκρισίας, που έπρεπε να διακρίνει τους εκπροσώπους ενός τέτοιου συνδικαλιστικού οργάνου, αφού οι ίδιοι κάλλιστα γνωρίζουν την όλη βιοτή, καθώς και την πνευματική, κοινωνική, πολιτιστική και υπηρεσιακή συνεισφορά ενός εκάστου εξ ημών.
Τελειώνοντας, θέλουμε να ζητήσουμε τη βοήθεια και συνδρομή όλων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων και την ευόδωση των επιδιώξεών της βιβλιοθήκης, του πολυτιμότατου και ανεκτίμητου αυτού θησαυρού της Νήσου μας”.
Διαφήμιση







