Στο αστρονομικό ποσό των 70 δισ. ευρώ ετησίως ανέρχεται η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή στην Ελλάδα, που σημαίνει ότι το Δημόσιο χάνει πάνω από το 50% των εσόδων που πρέπει να εισπράξει. Την αποκάλυψη για το ύψος της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής έκανε χθες ο ειδικός γραμματέας της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων του υπουργείου Οικονομίας, Σπύρος Κλαδάς, μιλώντας στο 4ο ετήσιο φορολογικό συνέδριο του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου.
Από τα 70 δισ. ευρώ, τα 4 – 5 δισ. ευρώ υπολογίζεται ότι είναι εισφοροδιαφυγή και τα υπόλοιπα 65 δισ. ευρώ φοροδιαφυγή. Με τα φορολογικά έσοδα να φθάνουν κοντά στα 55 δισ. ευρώ, το κράτος χάνει πάνω από τα μισά έσοδα που θα έπρεπε να εισπράξει. Και η κυβέρνηση τι κάνει; Αντί να «συλλάβει» όσους κινούνται στην παραοικονομία και φοροδιαφεύγουν, επιλέγει την αύξηση των φόρων (6,24 δισ. ευρώ παραπάνω θα πληρώσουμε το επόμενο έτος), την ανατροπή του ασφαλιστικού συστήματος και την επιβάρυνση των καταναλωτών μέσω των αυξήσεων των τιμολογίων της ΔΕΗ.
Ο επικεφαλής της ΥΠΕΕ άσκησε επίσης κριτική στο υφιστάμενο φορολογικό σύστημα, κάνοντας λόγο για «νομοθεσία δαιδαλώδη», που επιβαρύνει με υψηλό λειτουργικό και διαχειριστικό κόστος τα δημόσια οικονομικά της χώρας.
Ελεγχοι νέου τύπου
Ακόμη προανήγγειλε αλλαγή του μοντέλου των φορολογικών ελέγχων για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Οι έλεγχοι που θα διενεργεί η ΥΠΕΕ θα είναι στοχευμένοι σε επαγγελματικές δραστηριότητες που παρουσιάζουν τα υψηλότερα ποσοστά παραβατικότητας. Οπως διευκρίνισε ο κ. Κλαδάς, θα πάψουν να τίθενται ποσοτικοί στόχοι για τους ελέγχους.
Οι έλεγχοι πλέον θα επικεντρώνονται σε «κρίσιμα οικονομικά κυκλώματα» και θα διενεργούνται κυρίως με αξιοποίηση των στοιχείων από τις ηλεκτρονικές διασταυρώσεις της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, «περισσότερο από τα γραφεία των ελεγκτών και λιγότερο στους χώρους των επιχειρήσεων».
Οι ελεγκτές με 8.500 ηλεκτρονικούς υπολογιστές θα μπορούν από τα γραφεία τους να ελέγχουν τις μεγάλες επιχειρήσεις και κυρίως αυτές με αυξημένη φοροδοτική ικανότητα, όπως επισήμανε ο κ. Κλαδάς, για να προσθέσει πως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να περάσουμε σε δεύτερη φάση μείωσης των συντελεστών φορολόγησης τους, αφού αυτό δεν το επιτρέπει η αστάθεια της διεθνούς οικονομίας.
Αποψη την οποία υποστήριξε ένθερμα και ο υφυπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, Αντώνης Μπέζας, τονίζοντας πως «η καθαρή φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα ως προς τον πλούτο που παράγεται βαίνει μειούμενη τα τελευταία χρόνια, ενώ οι καθαρά φορολογικές διαδικασίες που ταλαιπωρούν τις επιχειρήσεις μειώνονται σταδιακά».
Τιμολογήσεις
Επίσης, ο υφυπουργός υποσχέθηκε την αντικειμενικοποίηση του συστήματος στον χώρο της επιχειρηματικής δραστηριότητας και συγκεκριμένα στον τομέα των ενδο-ομιλικών τιμολογήσεων, επισημαίνοντας ότι ο εκσυγχρονισμός του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου αποτελεί διεθνώς μια πρόκληση για τις φορολογικές διοικήσεις.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέμα των υπερτιμολογήσεων και υποτιμολογήσεων μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών έχει καταστεί το μεγαλύτερο ζήτημα που απασχολεί τις επιχειρήσεις και φορολογικές αρχές παγκοσμίως, ενώ το θέμα της τεκμηρίωσης που πρέπει να προσκομίσουν οι επιχειρήσεις για να δικαιολογήσουν τις τιμολογήσεις μέσα στο πλαίσιο ενός πολυεθνικού ομίλου είναι το κύριο σημείο αμφισβητήσεων με τις φορολογικές αρχές. Πριν από ένα χρόνο, μάλιστα, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε. το ψήφισμα του Συμβουλίου της Ε.Ε. για την αποδοχή ενός Κώδικα Δεοντολογίας σχετικά με τους κανόνες τεκμηρίωσης των τιμών στις ενδο-ομιλικές συναλλαγές στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Εξι επισημάνσεις από τους επιχειρηματίες για τη φορολογία
Σοβαρά προβλήματα στις επιχειρήσεις προκαλεί ο παραλογισμός του φορολογικού συστήματος
Τις στρεβλώσεις και τους παραλογισμούς του ισχύοντος φορολογικού συστήματος, που προκαλούν σοβαρά προβλήματα στις επιχειρήσεις, επισήμαναν οι εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου. Ειδικότερα, επισημάνθηκαν τα εξής:
Ο πραγματικός συντελεστής φορολογίας των κερδών των επιχειρήσεων από το 25% ανεβαίνει στο 40% με τις γραφειοκρατικές δυσλειτουργίες των υπηρεσιών, τη πολυπλοκότητα της νομοθεσίας και το πλήθος των πρόσθετων επιβαρύνσεων από υπέρογκα ποσά προσαυξήσεων, τέλη και φόρους υπέρ τρίτων.
Το «πόθεν έσχες» που εφαρμόζεται στη χώρα μας είναι ελλιπές. Η φοροδιαφυγή και η παραοικονομία μπορούν να νομιμοποιηθούν με επενδύσεις σε μετοχές, που δεν υπάγονται σε πόθεν έσχες.
Μεγάλες επιχειρήσεις εισηγμένες στο Χρηματιστήριο έχουν να ελεγχθούν για 3 έως και 6 χρόνια. Από τους ελέγχους αυτούς θα μπορούσαν να εξασφαλισθούν έσοδα πολλών εκατομμυρίων ευρώ για το Δημόσιο.
Δικαστικές αποφάσεις που κρίνουν οριστικά μεγάλες φορολογικές υποθέσεις χρειάζεται να περάσουν 3 έως και 12 χρόνια για να εκδοθούν!
Ο Κώδικας Βιβλίων και Στοιχείων έχει εξελιχθεί σε «γραφειοκρατικό και καταναγκαστικό μπελά» για τις επιχειρήσεις, διογκώνει το κόστος λειτουργίας τους και αποτελεί όπλο στα χέρια των φοροελεγκτικών μηχανισμών για δυσβάσταχτους οικονομικά συμβιβασμούς.







