Αρχική Απόψεις Aρθρα Ανάβαση στην κορυφή της Χίου- Οδοιπορικό στο Πελινναίο, του Μάρκου Καλογεράκη

Ανάβαση στην κορυφή της Χίου- Οδοιπορικό στο Πελινναίο, του Μάρκου Καλογεράκη

898

«Στην κορυφή της Χίου, γύρω – γύρω όλο το νησί
στα πόδια σου. Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας!»

Σαββάτο 19/01.
Στις 14.00 ξεκινάμε τρεις απ’ την παρέα για την εκδρομή μας στο Πελινναίο. Δεν ήξερα τι θα έφερνε αυτό το Σαββατοκύριακο, εκτός ότι ήμουν κοντά στην εκπλήρωση ενός παιδικού ονείρου: την ανάβαση του Πελινναίου και την κατάκτηση της κορυφής από τον «δύσκολο» δρόμο, περπατώντας το απ’ τους πρόποδες ως την κορυφή.
Πρώτη δυνατή στιγμή στην πηγή του Ναγού. Το νερό κυλάει σχηματίζοντας μικρό καταρράκτη, οι βράχοι έχουν πρασινίσει και η βοή του νερού βγάζει την πιο όμορφη αρχέγονη μουσική. Το μεγαλείο της φύσης αρχίζει να χύνει το βάλσαμό του στην αγχωμένη ψυχή της πόλης: ηρεμία!
Εγώ ο Γιάννης κι ο Βαγγέλης κάνουμε σαν μικρά παιδιά και πίνουμε έναν καφέ με νερό από τα βάθη της ρεματιάς. Προχωράμε καθώς ένας θερμός ήλιος μας συντροφεύει. Το τοπίο αγριεύει όπως ανεβαίνουμε το γεμάτο αιχμηρές πέτρες χωματόδρομο για το ορειβατικό καταφύγιο, πριν από το Βίκι. Τζιπ και 4Χ4 παλεύουν με τη λάσπη και βρίσκονται στο στοιχείο τους. Γι’ αυτό που είναι φτιαγμένα κι όχι για τη φιγούρα της πόλης.

Στο καταφύγιο
Φτάνουμε στο καταφύγιο από πέτρα λαξευτή. Μία εξέδρα, ένα μπαλκόνι στο Αιγαίο, αφού πριν απλώνονται στα πόδια σου το πευκόδασος, τα χωριά Βίκι, Αμάδες, τα κερασοχώραφά τους κι οι άγριες παραλίες των βορειόχωρων. Ιδιαίτερη μνεία στο νησάκι Κέρτη, που σαν πέτρινο καράβι με συνοδεύει την ημέρα και τη νύχτα με το φάρο του καθ’ όλη τη διάρκεια αυτού του διήμερου.  Στην πλάτη μας το θηρίο, ο στόχος μας, η μικρή μας «Ιθάκη», αγέρωχο στέκει το βουνό. Σαν χορεύτριες τα σύννεφα γυρίζουν γύρω από την κορυφή, δίνοντάς του το αιώνιο στεφάνι που κανείς θνητός δεν μπορεί να πάρει. Κάτι που υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει, αφήνοντας πολλές γενιές δικές μας πίσω του.
Η απογοήτευση που μας δίνει το εγκαταλελειμμένο καταφύγιο δεν μας κάνει να τα παρατήσουμε. Είμαστε προετοιμασμένοι. Έχουν γκρεμίσει οι τοίχοι στο μισό κτίσμα, το ταβάνι, οι τουαλέτες σπασμένες, τζάμια σπασμένα, ξεχαρβαλωμένες πόρτες. Τι θηρίο αυτός ο άνθρωπος. Δεν τον ημερεύει ούτε αυτό το μαγικό τοπίο από την καταστροφική του μανία. Με πλαστικό σκεπάζουμε τα σπασμένα τζάμια, με ταινίες κολλάμε, καρφώνουμε ξύλα, σκουπίζουμε, πετάμε χώματα και περιττώματα ζώων, που κάποιοι ασυνείδητοι ή έβαλαν μέσα ή άφησαν ανοιχτή την πόρτα για να μπουν. Διαλυμένα κομμάτια, τα φτιάχνουμε όπως – όπως, απομονώνουμε το μισό, κρατάμε αυτό που είναι σε καλύτερη κατάσταση και οπωσδήποτε το δωμάτιο με το μεγάλο τζάκι και την κουζίνα. Κάποιοι έχουν κλέψει και τις πρίζες, έχουν σπάσει τον ηλεκτρικό πίνακα, πριν προλάβει καν να έρθει το ρεύμα.
Αφού βγάλαμε τα πολλά σκουπίδια, τα χώματα και τα νερά που έχουν κυλήσει μέσα, ξανασκουπίζουμε και είμαστε πλέον έτοιμοι να περάσουμε τη νύχτα εκεί. Πίνουμε μια σαγκριά για ζέσταμα και ανάβουμε μια μεγάλη φωτιά με ξύλα από τα σπασμένα έπιπλα που βρήκαμε πεταμένα γύρω – γύρω απ’ αυτό το εκπληκτικό χτίσμα. Γιατί;
Έχουμε φέρει και ξύλα, κορμούς, ξέροντας ότι το κρύο είναι πολύ σ’ αυτά τα ύψη. Τόση δουλειά κι όμως δεν καταλαβαίνουμε κούραση. Είμαστε ροδοκόκκινοι, αλλά πολύ ευχαριστημένοι, περιμένοντας τους υπόλοιπους φίλους.
Βάζουμε μουσική στο κινητό –δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την τεχνολογία- έναν ελληνικό καφέ από το μπρίκι μας, ανάβουμε τη λάμπα με μια μικρή μπαταρία στο δωμάτιο και βγαίνουμε να απολαύσουμε τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος που απλώνονται τριγύρω.  Η νύχτα πέφτει. Έρχονται και οι υπόλοιποι της παρέας. Ένα λαμπρό φεγγάρι φωτίζει με γλυκό φως το τοπίο. Μηνύματα και τηλέφωνα: Έχει κρύο; Όχι. Να περάσεις καλά. Σίγουρα.

Ώρα 21.00.
Είμαστε και οι 8 καθισμένοι μπροστά στο τζάκι, αφού έχουμε στρώσει φλοκάτες και χαλιά κάτω. Σχεδιάζουμε πώς θα κοιμηθούμε με τους υπνόσακούς μας και συζητάμε διάφορα. Νιώθουμε σαν μικροί εξερευνητές, ίσως και σαν άτακτα παιδιά. Τι ψάχνει ο καθένας εδώ; Και τι θα βρει;
Κρασάκι, καλή παρεΐτσα και φωτιά. Τι άλλο θέλει ο άνθρωπος; Πάμε στο Βίκι για μεζεδάκια σπιτικά και κρασί. Κόκορας κρασάτος, σαλιάκοι γιαχνί, κότσι,  όλα μαγειρεμένα από τη μάνα του Κυριάκου. Ένας χορός από το Γιάννη, που μεράκλωσε και γνώρισε όλους τους χωριανούς που ήταν στο καφενείο. «Προσέχετε την ομίχλη, μη χαθείτε» και άλλες συμβουλές.

Επιστροφή.
Τα τζιπ μουγκρίζουν κι ένας «αυτιάς», έτσι τους λένε τους λαγούς εκεί, τρέχει μπροστά μας. Όμορφος μέσα στο φυσικό του περιβάλλον τρέχει ελεύθερος και τρομαγμένος από τα φώτα των εισβολέων.  Ο Γιώργος ανέβηκε με Ι.Χ. αυτό το δύσκολο δρόμο και ανακηρύσσεται ο ήρωας της ημέρας. Ο Αποστόλης κι ο Βαγγέλης έχουν φέρει τεράστιες ρίζες ελιάς, που μπαίνουν στο τζάκι για τη νύχτα.
Γρήγορες καληνύχτες στην οικογένεια, από ένα σημείο στην αυλή, που πιάνει το κινητό, γιατί η παγωνιά τρυπάει τα κόκαλα.

 

Η ανάβαση
Κυριακή 20/01.
Τα χρώματα της αυγής αχνοφαίνονται. Όλη τη νύχτα δεν ησύχασα. Θέλω να δω την ανατολή. Όλο και κάποιος σηκωνόταν το βράδυ και έριχνε ξύλα στο τζάκι. Με το Δημήτρη περνάμε μια ρίζα ελιάς πάνω από σώματα που κοιμούνται. Τυλιγμένος με τον υπνόσακο βγαίνω έξω. Τα χρώματα και η θάλασσα μπροστά, πίσω το βουνό. Είμαι βόρεια και ανατολικά του Καρα-μπουρνί. Από κει ροδίζουν τα χρώματα της ανατολής. Ώρα για καφέ λέει ο Γιάννης, που βγήκε κι αυτός να απολαύσει.
Σε λίγο όλοι είναι στο πόδι. Εφοδιασμένοι με νερό και μανταρίνια, ξεκινάμε την ανάβαση. Λίγα πεύκα και μετά βαλανιδιές μικρές, με ξερά χόρτα πάνω τους καθώς και πρασινάδα στις ρίζες τους από την υγρασία. Πάμε από ένα σημείο, που το βουνό κατεβάζει νερό και πέτρες. Βουλιάζουμε στη λάσπη κι οι αντοχές αρχίζουν να εξαντλούνται. Ανεβαίνοντας αριστερά, γιατί κατακόρυφα με τίποτα, μετά από μία ώρα βγαίνουμε σ’ ένα ξέφωτο. Διάλειμμα.
Η θέα από δω φτάνει μέχρι Καρδάμυλα. Το βουνό του Πιτυούς, το Όρος και η Τουρκία  φαίνονται από εδώ, πολύ κοντά. Οι καιρικές συνθήκες είναι ιδανικές, αλλά δεν παύει το κρύο να είναι τσουχτερό. Τώρα πώς πάμε; Αριστερά ή ευθεία; Διαφωνούμε. Συναντάμε έναν κυνηγό και μας λέει για ένα μονοπάτι με  σημάδια  και για την ευκολότερη δυνατή ανάβαση στην κορυφή. «Θα πάτε αριστερά κάτω, δεξιά πάνω, μετά τη μικρή χαράδρα αριστερά πίσω και συνεχόμενα ζιγκ – ζαγκ σ’ αυτό το βουνό στο βάθος, από κει το εκκλησάκι είναι κάνα μισάωρο δρόμος. Λίγο όρθιος. Εντάξει;» Εντάξει για σένα. Μετά από ένα μισάωρο πάλι οι αντοχές τερματίζουν. Τα δέντρα χαμηλώνουν σιγά σιγά το ύψος τους. Ο αέρας τα χτυπά κι αυτά υποκλίνονται. Κι άλλο μισάωρο. Κι άλλο διάλειμμα. Το δεύτερο βουνό βραχώδες, με χρώματα φθινοπώρου. Βράχια και πέτρες κάνουν την ορειβασία δύσκολη. Θα αντέξουμε;
Οι δυνάμεις στο ναδίρ. Τα πόδια μας πονάνε. Οι αναπνοές βαριές, λαχανιασμένες. Ιδρωμένοι όταν σταματάμε, ο αέρας μας παγώνει μέχρι τα κόκαλα. «Μη σταματάτε. Δε μας κάνει καλό». Μια κουβέντα είναι, για κάντο. Φοβερός συνοδοιπόρος η Λόλα, ο σκύλος του Νίκου, με ματωμένα τα πόδια της δεν τα παρατάει, αν και δυο – τρεις φορές έφτασε κι αυτή στο αμήν. Κόβουμε ξερά κλαδιά – μαγκούρες για στηρίγματα στην ανάβαση, που γίνεται όλο και πιο κατακόρυφη.

Φτάνοντας
Νάτο! Φάνηκε το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας, γαλάζιο, στην κορυφή, μες στο γαλάζιο ουρανό και μας αναπτερώνει το ηθικό. Βρίσκουμε σημάδια με κόκκινη μπογιά. Αυτό είναι το πιο βατό μονοπάτι. Βατό; Για τις κατσίκες θα είναι δύσκολο φαντάζομαι. Όχι για ανθρώπους. Ένας άλλος κυνηγός είναι στο απέναντι βουνό. Του φωνάζουμε και μας απαντάει. Είστε τρελοί; Ναι! Θέλουμε την κορυφή τώρα πια και δεν θέλουμε τίποτα λιγότερο. Το τοπίο είναι πια ξερό, ο αέρας ξυρίζει και από κάτω βλέπεις μόνο απότομους γκρεμούς. Αν γλιστρήσεις από δω είσαι και τελειωμένος. Ποιος θα σε βοηθήσει; Εσύ και ο Θεός. Στο στενό μονοπάτι τρύπες σαν πηγάδια. Πολλές πέτρες απ’ τις κατολισθήσεις κι άλλες που κυλάνε από τους προηγούμενους. Παλεύω με τους φόβους μου. Λίγο ακόμη. 100, 50, 20, 10 μέτρα κοντά στο προορισμό μας.
Η θέα σου κόβει την ανάσα. Όλοι ανεβαίνουν. Μένω πίσω. Ο βράχος στην κορυφή περίπου 5 μέτρα πλάτος κοιτάζει γύρω – γύρω στους γκρεμούς και καταλήγει στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας. Αριστερά βλέπεις την Αμανή και τα χωριά της. Δεξιά όλα τα πιο μικρά βουνά μέχρι του Πιτυούς. Το Καράμπουρνο πιο κοντά από ποτέ. Σαν δυο αδέλφια οι δύο κορυφές, τόσο κοντά μα και τόσο μακριά. Στην κορυφή της Χίου γύρω – γύρω όλο το νησί στα πόδια σου. Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας!
Ο αέρας αλύπητος. Φοβάσαι ότι θα σε πάρει να πετάξεις. Σαν αετός να μπορούσα να πετάξω με ορθάνοιχτα φτερά ελεύθερος! Πέτα ψυχή μου! Το όνειρο έγινε πραγματικότητα. Η άγρια ομορφιά γεμίζει το είναι μου.


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ, 31 Ιανουαρίου 2008 (dimokratiki.org)

Διαφήμιση