Νάντια Μουρούζη και Ζαχαρίας Ρόχας διαχειρίζονται με άνεση τον δύσκολο ιδιωματικό λόγο (σ.σ. χιώτικο) και δίχως τίποτα το περιττό, εκμαιεύουν μια αφοπλιστική αθωότητα, χιούμορ και συγκίνηση.
Το «Πιτσιμπούργκο», το τρυφερό αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου, γίνεται παράσταση και ανεβαίνει στο θέατρο Αλεκτον αναμοχλεύοντας αναμνήσεις από εμπειρίες τρυφερές μα και τραυματικές.
«Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό, κι όλοι δω πέρα τρέχουνε κι ιδρώνουνε ολημερίς, γι’ αυτό κουβαληθήκαμε στο Αμέρικα. Δουλεύγομε δέκα ώρες τη μέρα, αλλά όποιος θέλει και τον βαστούν τα πόδια του κάμνει περωρίες. Το Πιτσιμπούργκο, Ελέγκω μου, είναι πόλις μεγάλη, τέτοια εν έχεις ματαδεί, ούτε γω έχω ματαδεί. Ηντα να είπω; Πως είμαι δω πέρα μοναχός σαν την καλαμιά στον κάμπο; Πως θα βγάλω γρήγορις παράδες για να σου κάμω πρόσκληση; Αμα τα συλλογιέμαι, αντεροθερίζομαι, σκιάζομαι, ήμπα κι εν τα καταφέρω και μείνεις έδεκει πέρα αμανάτι και γω δω πέρα αμανάτι…».
Το τρυφερό αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου μεταφέρεται στη σκηνή με απόλυτη λιτότητα σε μια παράσταση που αναμοχλεύει αναμνήσεις τρυφερές αλλά και τραυματικές.
Ετσι ξεκινά η αλληλογραφία της Ελέγκω και του Δημοσθένη που χρονολογείται από τις μέρες του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, όταν οι Ελληνες κατέφευγαν στα τέσσερα σημεία της ναυτικής πυξίδας αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Στην εποχή μας που η μετανάστευση έχει πάρει διαστάσεις θρίλερ, χωρίζοντας τους λαούς σε εχθρικά στρατόπεδα, το τρυφερό αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου υπενθυμίζει τις δικές μας – ξεχασμένες πια – τραυματικές εμπειρίες.
Στο «Πιτσιμπούργκο», που παρουσιάζεται τώρα δραματοποιημένο στη σκηνή του θεάτρου Αλεκτον, δύο παράλληλοι μονόλογοι συναντώνται, επικοινωνούν νοερά, καθώς οι ήρωες, έχοντας ο ένας βυθιστεί στην ψυχή του άλλου, συνομιλούν στην κυριολεξία. Παρακολουθούμε, λοιπόν, τις σκέψεις, τις προσδοκίες και τα συναισθήματά τους: Εκείνος, «διασχίζοντας τοπία του χάλυβα και του κάρβουνου», τρέχει πίσω από το αμερικανικό όνειρο. Εκείνη παραμένει στο νησί, στη Χίο, περιμένοντας «κείνο το ρημάδι το εισιτήριο» που θα τους σμίξει πάλι. Οι μήνες περνούν, η αναμονή φέρνει αγωνία («Μη σε ξελογιάσει καμιά Αμερικάνα, γιατί πολλά γινούνταινε…»), ξερνά παράπονα («… το βράδυ πέφτω ξερός, ούτ΄όνειρα δεν βλέπω…»), γαργαλάει την περιέργεια («… τώρα θυμήθηκα πως αυτοκίνητα έχουμε κι εδώ… Εγώ εν τα ‘δα ακόμα, μου το ‘πε η Ειρήνη»), διανθίζεται με ένα πικρό χιούμορ («…γνώρισα έναν Ιταλό… που ‘ναι χαρά Θεού παλικάρι, φανούζος, αν και κομμάτι σέρτικος, έχει το παρατσούκλι Ντον…»), μπλέκεται με ιστορικά γεγονότα («… εδώ πλακώνουν ακόμα πρόσφυγες, πολύπαθοι κουρελήδες, ας τα πωρού πλακώνουν ίσαμε το δείλι. Παποριές ολόκληρες, καΐκια, λένε πως απέναντι, στο Τσεσμέ, γίνουνται σφαγές»). Όμως η Ελένγκω δεν θα φτάσει ποτέ στο Πιτσιμπούργκο. Ούτε θα μάθει τα μυστικά του. Λίγο πριν πεθάνει θα αναρωτηθεί για άλλη μια φορά: «… ήντα είναι το βοντεβίλ;»
Αν στέκομαι τόσο στο κείμενο είναι γιατί θεωρώ σημαντική προσφορά τη διάσωση της ελληνικής γλώσσας. Και μάλιστα μιας τοπιολαλιάς -μέρος του πολιτισμικού θησαυρού μας- που τείνει να εξαλειφθεί οριστικά.
Η Νάντια Μουρούζη και ο Ζαχαρίας Ρόχας διαχειρίζονται με άνεση τον δύσκολο ιδιωματικό λόγο. Και όχι μόνο. Με απόλυτη λιτότητα, δίχως τίποτα το περιττό, εκμαιεύουν μια αφοπλιστική αθωότητα, χιούμορ και συγκίνηση.
Η ?ννα Σωτρίνη, έχοντας στη διάθεσή της ένα αφαιρετικό χώρο (σκηνικό – κοστούμια ?ννα Μαχαιριανάκη), γεωμετρικούς φωτισμούς και παραδοσιακά κοστούμια (θα μπορούσαν να είναι λιγότερο περιγραφικά) συνθέτει με επιτυχία αυτά τα θραύσματα μνήμης. Ηχοι από την μακρινή Σαμαρκάνδη μέχρι την γειτονική μας Σικελία, με αυθεντικά όργανα παλιάς εποχής που κάθε τόσο τους διαπερνάει σπαρακτικά το σαξόφωνο του Γιαν Γκαρμπάρεκ (μουσική επιμέλεια Εμυ Πανάγου) παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ατμόσφαιρα της παράστασης, σμίγοντας με έναν αυθαίρετο αλλά ουσιαστικό τρόπο δύο διαφορετικούς πολιτισμούς.
Υστερόγραφο
Χρήσιμο είναι το γλωσσάρι στο πρόγραμμα της παράστασης.
Ας τα πωρού: Από νωρίς το πρωί
Φανούζος: Εμφανίσιμος
Μαμούλια: Γλυκίσματα
Κουκουγιαύλα: Ελαφρόμυαλη
.. και πολλά άλλα.
* Κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στο Θέατρο Αλεκτον, Σφακτηρίας 23, Κεραμεικός, τηλ.: 2103422001






