ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΕΛΠΙΔΑ ΤΣΟΥΡΗ
Βουλευτής Νομού Χίου – ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Χίος, 12.03.2008
Δελτίο Τύπου
«Αντί να ξεπουλάτε Δημόσια περιουσία και να μας συμβουλεύετε να απευθυνθούμε στους εφοπλιστές, προκειμένου να δρομολογήσουν πλοία στο Αιγαίο, πείτε μας, τι πρέπει να πούμε στη Χίο και στα άλλα νησιά, τα οποία έχουν ανάγκη από νέες, σύγχρονες, ασφαλείς λιμενικές υποδομές. Διότι, είναι προφανές ότι, χωρίς Εθνικό στρατηγικό σχεδιασμό, χωρίς πόρους και, κυρίως, χωρίς πολιτική βούληση, τα νησιά μας θα μείνουν χωρίς λιμάνια, κάτι που, αν θέλετε, είναι απαραίτητος όρος πια για την επιβίωση τους».
Αυτό τόνισε, μεταξύ άλλων, η βουλευτής Χίου, Ελπίδα Τσουρή, μιλώντας στην Ολομέλεια της Βουλής, κατά τη συζήτηση του σχετικού Νόμου: «Κύρωση των συμβάσεων παραχώρησης, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των Οργανισμών Λιμένων Πειραιώς (ΟΛΠ Α.Ε.) και Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ Α.Ε.), ρυθμίσεις για το προσωπικό της ΟΛΠ Α.Ε. και της ΟΛΘ Α.Ε. και άλλες διατάξεις».
Επίσης, η βουλευτής Χίου επεσήμανε:
1. Η απόφαση για ιδιωτικοποίηση των φορτοεκφορτωτικών υπηρεσιών – της κύριας και πιο προσοδοφόρας λιμενικής δραστηριότητας -, στα λιμάνια Πειραιά και Θεσσαλονίκης, εντάσσεται στο πλαίσιο των περιβόητων μεταρρυθμίσεων οι οποίες, κατά την άποψη της Κυβέρνησης, πάντα, έχουν έναν και μοναδικό στόχο, τη χωρίς όρους και όρια, τη χωρίς διάκριση και σχεδιασμό εκποίηση της δημόσιας υπηρεσίας για καθαρά και μόνο εισπρακτικούς λόγους.
2. Η λειτουργία ενός λιμανιού δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από το περιβάλλον και την ευρύτερη περιοχή στην οποία λειτουργεί, καθώς επηρεάζει την οικονομική ανάπτυξη και συμβάλλει στην απασχόληση. Όσο αυξάνει η παρέμβαση του ιδιωτικού τομέα στις λιμενικές δραστηριότητες τόσο μικρότερες θα είναι οι θετικές επιδράσεις στην τοπική κοινωνία. Και αυτό οφείλεται, όπως είναι εύλογο, στους διαφορετικούς στόχους που θέτουν οι δημόσιες και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις αντίστοιχα. Υπάρχει η διεθνής εμπειρία για την αποφυγή ιδιωτικών σχημάτων στους λιμένες, εφόσον λειτουργούν σε συνθήκες ανελαστικής ζήτησης, όπως αυτός του Πειραιά.
Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις ενδιαφέρονται για τη διατήρηση υψηλής τιμολογιακής πολιτικής, καθώς θα εκμεταλλευθούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των δύο λιμένων, σε αντίθεση με την κρατική ιδιοκτησία, που δεν έχει σκοπό τη μεγιστοποίηση του κέρδους, αλλά τη μεγιστοποίηση της κοινωνικής ωφέλειας.
3. Η διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα της κυριότητας των υποδομών αλλά και της διαχείρισης μπορεί να αποτελέσει βιώσιμη επιλογή, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχιστεί η προσπάθεια βελτίωσης και εκσυγχρονισμού τους. Υπάρχει η δυνατότητα υλοποίησης και ολοκλήρωσης των υπό εξέλιξη επενδυτικών σχεδίων των δύο λιμανιών μέσω των ιδίων πόρων και του χρηματοδοτικού πρωτοκόλλου, το οποίο συνήψε η Κυβέρνησή σας με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, αλλά και κατάρτισης ενός σαφούς και αναλυτικού σχεδίου αξιοποίησης αυτών των επενδύσεων.
4. Η επικοινωνιακή στρατηγική της απαξίωσης των εργαζομένων παρουσιάζοντας «ευνοούμενους» των 1.200 και 1.800 ευρώ δεν αποσκοπεί παρά μόνον στην αναίμακτη προώθηση μέτρων μείωσης των αποδοχών και των συντάξεων, της ευκαιριακής και ελαστικής απασχόλησης και των απολύσεων. Στοχεύετε σ’ ένα νέο εργατικό δυναμικό, χωρίς εργασιακά δικαιώματα, προς όφελος των ολιγοπωλιακών, ισχυρών οικονομικά παραγόντων. Η μείωση του κράτους, για εσάς, ταυτίζεται με τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους.
Τέλος, η κυρία Τσουρή, απευθυνόμενη στον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας, τόνισε:
«Κύριε Υπουργέ, για να μην κοροϊδευόμαστε, παραλάβατε έναν ολοκληρωμένο εθνικό σχεδιασμό για τη λιμενική πολιτική και επί τέσσερα χρόνια ούτε τον έχουμε δει, ούτε τον έχουμε ακούσει, ούτε έχουμε ακούσει κάποια εναλλακτική πρόταση από σας. Τα πρώτα τρεισήμισι χρόνια ο προκάτοχός σας θεωρούσε το δάνειο με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ύψους τριών δισεκατομμυρίων ευρώ, ως φάρμακο δια πάσαν νόσον. Εσείς το τελευταίο εξάμηνο, απλώς, τηρείτε σιγή ιχθύος.
Για όλους αυτούς τους λόγους, καταψηφίζουμε το σχέδιο νόμου και θα σταθούμε συμπαραστάτες στους αγώνες των εργαζομένων υπερασπιζόμενοι τα κεκτημένα δικαιώματά τους».
Από το γραφείο τύπου







