ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΣΥΖΗΤΟΥΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ
Μπορούμε να βρούμε κοινές γέφυρες
ΧΙΟΣ
Του ΘΟΔΩΡΗ ΠΥΛΙΩΤΗ
Μπορούν Ελληνες και Τούρκοι επιστήμονες να παραμερίσουν τα στερεότυπα και να συγγράψουν Ιστορία; Πριν από λίγα χρόνια, η ερώτηση θα ήταν ρητορική, ίσως φάνταζε ουτοπία ή κακόγουστο αστείο, αλλά σήμερα είναι πραγματικότητα!
Η πρωτοβουλία πήρε σάρκα και οστά το 1995, με τη συνεργασία Ελλήνων καθηγητών από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και Τούρκων από το Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου της Κωνσταντινούπολης.
Πρωτοπόροι Ελληνες ήταν ο νυν Ευρωπαίος Συνήγορος του Πολίτη, Νικηφόρος Διαμαντούρος, η νυν βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, Θάλεια Δραγώνα, και η κοινωνιολόγος της Εκπαίδευσης, Αννα Φραγκουδάκη. Στην άλλη όχθη, οι Τούρκοι καθηγητές Φαρούκ Μπιρτέκ και Τσααλάρ Κεντέρ του Πανεπιστημίου του Βοσπόρου, με έδρα την Κωνσταντινούπολη.
Μεσολάβησε ο δύσκολος Γενάρης του ’96, με την υπόθεση των Ιμίων. Ομως, παρ’ όλα αυτά, οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι δεν άφησαν το κλίμα της εποχής να τους παρασύρει και σήμερα υπάρχουν οι πρώτοι εκδοτικοί καρποί.
Μιλήσαμε με την ιστορική «πεντάδα» Ελλήνων και Τούρκων πανεπιστημιακών δασκάλων, πριν από λίγες μέρες σε παραδοσιακό ξενώνα στον Κάμπο Χίου, σε τραπέζι εργασίας με άλλα 10 άτομα, στο πλαίσιο της εκδοτικής ομάδας: «Κοινωνικές και Ιστορικές Μελέτες στην Ελλάδα και στην Τουρκία». Απόρροια της συνεργασίας είναι τα βιβλία:
* «Ελλάδα και Τουρκία: Πολίτης και Εθνος-Κράτος» (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια), που επιμελήθηκαν η Θάλεια Δραγώνα και ο Φαρούκ Μπιρτέκ.
* «Η Ελλάδα και η Τουρκία συναντούν τη νεωτερικότητα και τα ευρωπαϊκά ρεύματα 1750-1950», που επιμελήθηκαν ο Τσααλάρ Κεντέρ και η Αννα Φραγκουδάκη.
* Εθνος, χώρος και ταυτότητα ήταν το αντικείμενο του 3ου βιβλίου, που συζητήθηκε στη συνάντηση της Χίου.
* Προγραμματίζεται, εξάλλου, 4η έκδοση από Ελληνες και Τούρκους φοιτητές, που συμμετέχουν στις ομάδες εργασίας.
Η συνεργασία
Πώς προέκυψε, όμως, αυτή η συνεργασία; Οπως εξηγεί η Θάλεια Δραγώνα, πέρα από το επιστημονικό ενδιαφέρον, ήταν «έμμεσα και μια “πολιτική πράξη”, για να φτιαχτεί μια συνθήκη αρμονικής συνεργασίας από κάτω προς τα πάνω ανάμεσα στις δύο αυτές χώρες».
«Γέφυρες ανάμεσα στις δύο χώρες, ώστε να ζήσουμε ειρηνικά» αναζητούσε και η Αννα Φραγκουδάκη. «Συναντήσαμε διανοούμενους και καθηγητές ανοιχτόμυαλους στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου. Πολύ θετικούς σ’ αυτήν την ιδέα, ειρηνιστές, φιλοευρωπαϊστές».
«Η περίοδος αυτή συνέπεσε με την εποχή των Ιμίων, ήταν πολύ δύσκολη. Τότε χτυπούσαν τα τύμπανα του πολέμου. Ηταν μια δύσκολη εποχή και ήμασταν οι πρώτοι που στήσαμε αυτή τη γέφυρα επικοινωνίας», σημειώνει ο Φαρούκ Μπιρτέκ.
Για την κ. Δραγώνα πρόκειται για «πολιτική που πραγματικά χάραξε ο Γιώργος Παπανδρέου. Οταν ήταν υπουργός Εξωτερικών και η Ελλάδα είχε την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, προσπάθησε να κάνει μια ομάδα χαμηλής πολιτικής. Εφτιαξε μάλιστα μια τέτοια ομάδα παιδείας…».
Οι δυσκολίες και το κοινό παρελθόν
«Βασική προϋπόθεση της επιτυχίας αυτού του επιτεύγματος είναι να γίνει κατανοητό ότι υπάρχει κοινό παρελθόν», υποστηρίζει ο Τσααλάρ Κεντέρ. «Μόνο αν κάποιος κατανοήσει το κοινό παρελθόν και την κοινή τροχιά μπορεί να αποφύγει αναγνώσεις, οι οποίες μπορεί να είναι ενταγμένες σε μια έντονα εθνική-εθνικιστική τοποθέτηση».
Κατά τον κ. Κεντέρ, έτσι μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή η δομή «του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Και είναι παρά πολύ σημαντικό να αποφύγει εθνικιστική ανάγνωση και λόγω του τουρκικού παρελθόντος, που θα έτεινε να εξαφανίσει ή να αγνοήσει την έννοια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι Ελληνες μεταξύ άλλων μειονοτήτων συνέβαλαν πάρα πολύ· συνυπήρχαν με άλλες ομάδες». Υπ’ αυτήν την έννοια, το «ελληνικό στοιχείο συνέβαλε κατά τρόπο σημαντικό και καταλυτικό, για να μπορέσει να φτιάξει αυτό που υπήρχε».
Οπως προσθέτει η κ. Φραγκουδάκη, υπήρξε όχι μόνο οικονομική συμβολή του ελληνικού στοιχείου, αλλά και πολιτιστική «στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και κατά επέκταση στη σημερινή Τουρκία, που είναι και αυτή πάρα πολύ συρρικνωμένη μέσα στον δικό της εθνικιστικό λόγο, αφήνοντας όλους τους άλλους απ’ έξω».
«Αν κοιτάξει κανείς και τις εξελίξεις ύστερα από το 1922, είτε από πολιτικής πλευράς είτε από κοινωνικής, οικονομικής, πολιτιστικής πλευράς, θα μπορέσει να καταλάβει καλύτερα τις εξελίξεις και το πώς βρέθηκαν αυτές οι χώρες εδώ που βρίσκονται τώρα», λέει ο κ. Κεντέρ.
«Ως Τούρκος καθηγητής και διανοούμενος δεν μπορώ να καταλάβω καλά τη δική μου Ιστορία χωρίς τη βοήθεια των Ελλήνων συναδέλφων μου. Η Ιστορία τους αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της δικής μου Ιστορίας», υποστηρίζει ο Φαρούκ Μπιρτέκ.
Ο κ. Διαμαντούρος εξηγεί πως η πρωτοβουλία είναι «προϊόν δράσης ενεργών πολιτών». Τονίζει πως: «Δεν μπορείς να καταλάβεις τον εαυτό σου καλά, αν δεν έχεις καταλάβει τον άλλον».
Αμβλύνεται η Ιστορία;
Τελικά, μήπως θέλουμε ν’ αμβλύνουμε ορισμένα στοιχεία της Ιστορίας μας, που ενοχλούν την άλλη πλευρά; ρωτάμε.
«Το πρόβλημα δεν είναι αν η Ιστορία σας θα παρουσιαστεί σ’ ένα βιβλίο Ιστορίας με κάποια οξύτητα ή με κάποιους χρωματισμούς. Το θέμα είναι αν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τα γεγονότα στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής στην οποία συνέβησαν», σχολιάζει ο Τσααλάρ Κεντέρ. Μερικές φορές, εξηγεί, υπεισέρχονται απλοποιήσεις στα βιβλία, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται «στερεότυπα» ή «κακές κατανοήσεις».
Η Ιστορία, τονίζει η κ. Δραγώνα, παρουσιάζεται ως «μικρές μεμονωμένες κουκίδες μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Ο μαθητής αυτή την κουκίδα δεν μπορεί να την καταλάβει στην ολότητά της, στο πλαίσιό της, στη σύνθεσή της. Και άρα παραπληροφορείται και στερεοτυπικά πληροφορείται».
«Δεν μπορεί να είναι μια Ιστορία που να είναι ουδέτερη», τονίζει ο κ. Μπιρτέκ. «Ούτε μπορεί να είμαι στη Χίο και να ξεχάσω την καταστροφική διάσταση της Ιστορίας. Αλλά το θέμα είναι να μπορεί κανείς αυτή τη διάσταση της Ιστορίας να τη δει μέσα από μια ιστορική ανάγνωση. Ετσι, όταν τη βάλει μέσα στο ιστορικό της πλαίσιο, αποδυναμώνεται από την ταύτιση με τις σημερινές συνθήκες». *
Παράλληλα προγραμματίζεται η 4η έκδοση που μάλιστα θα γίνει από τους έλληνες και τούρκους φοιτητές που συμμετέχουν στις ομάδες εργασίας.
Από την ομάδα, τα βιβλία έχουν μεγάλη σημασία διότι βγαίνουν και στα αγγλικά και έτσι πηγαίνουν στις βιβλιοθήκες όλων των πανεπιστημίων.

Το δεύτερο επιμελήθηκαν οι Τσααλάρ Κεντέρ και Άννα Φραγκουδάκη με θέμα: «Η Ελλάδα και η Τουρκία συναντούν τη νεωτερικότητα και τα ευρωπαϊκά ρεύματα 1750-1950».
Τέλος το 3ο βιβλίο είναι για την Έννοια του έθνους, τη γεωγραφία, το χώρο και την εθνική ταυτότητα.
«Θα σας δώσω την απάντηση μέσα από ένα παράδειγμα: ενώ οι έλληνες για να πάνε στην Τουρκία δεν χρειάζονται βίζα, οι τούρκοι ειδικά για την Ελλάδα χρειάζονται βίζα! Και δεν τη χρειάζονται πουθενά αλλού στην Ευρώπη.
Αυτό είναι το αποτέλεσμα 400 ετών οθωμανικής κυριαρχιας!!!».






