Αρχική Απόψεις Συνεντεύξεις Οταν το εγώ γίνεται εμείς Η περίπτωση του ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη, του...

Οταν το εγώ γίνεται εμείς Η περίπτωση του ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη, του Δημήτρη Γκιώνη

26

Μακάρι να μη χρειαζόταν να έχουμε ευεργέτες. Μακάρι να είχαμε ένα κράτος ικανό να καλύπτει τις ανάγκες μας, οπότε θα ήταν περιττοί οι ευεργέτες (με καταβολές στην αρχαιότητα – από τότε οι χορηγοί) και τα αμφίβολης απόκτησης πλούτη τους.

Ομως, η Ελλάδα ήταν και παραμένει ένα φτωχό κράτος με αρκετούς πλούσιους πολίτες, οι οποίοι, αν κρίνουμε από τις φορολογικές τους δηλώσεις, κάνουν ό,τι μπορούν για να αυξήσουν και να διαφυλάξουν -αποκρύπτοντας- τα «κόπια» τους, που συχνά νέμονται ανεπρόκοποι κληρονόμοι.

Δεν χρειάζεται πολλή φαντασία για να σκεφτούμε πώς θα ήταν η Ελλάδα χωρίς τους Ζάππα, Αρσάκη, Ριζάρη, Μαρασλή, Βαρβάκη, Συγγρό, Σιβιτανίδη, Αβέρωφ, Τοσίτσα, Μπενάκη, Βαλλιάνο – ενδεικτική αναφορά σε μερικούς παλιότερους, των οποίων τα ονόματα είναι συνδεδεμένα με πνευματικά, εκπαιδευτικά και θεραπευτικά κυρίως ιδρύματα. (Ακόμα και η γενέτειρά μου θα ήταν χωρίς Δημοτικό και Γυμνάσιο χωρίς τον τοπικό ευεργέτη της.) Κοινό χαρακτηριστικό: Ολοι πλούτισαν εκτός Ελλάδος, στη διασπορά, σε περιόδους που ο τόπος μας δεινοπαθούσε από ξένους και ντόπιους δυνάστες.

Γνωστός-άγνωστος

Γιατί τώρα αυτό το λογύδριο; Επειδή τελευταία γίνεται λόγος για έναν ευεργέτη, του οποίου το όνομα φέρουν ένα αθηναϊκό εκπαιδευτήριο και μια κεντρική αγορά.

Είναι ο Ιωάννης Βαρβάκης (1745-1825), ένας γνωστός μας-άγνωστος, του οποίου τον μυθικό βίο θα επιχειρήσει να καταγράψει ο Γιάννης Σμαραγδής στη νέα του ταινία «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι», μια διεθνή παραγωγή, που υπολογίζεται ν’ αρχίσει να γυρίζεται τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, για να ολοκληρωθεί σ’ ένα χρόνο. Ηδη έχει προηγηθεί το ντοκιμαντέρ του Σμαραγδή «Αναζητώντας τον Ιωάννη Βαρβάκη» – οδοιπορικό της διαδρομής του Βαρβάκη, που συνέβαλε τα μέγιστα στη γνωριμία του σκηνοθέτη με τον ήρωά του (προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης).

Αξίζει μια αναφορά και στην παρούσα στήλη σ’ αυτόν τον άνθρωπο που, όπως αναφέρει ο Σμαραγδής, «ξεκινά από τα Ψαρά του Αιγαίου πελάγους, φτάνει στην αυλή της Μεγάλης Αικατερίνης στη Ρωσία, απλώνεται στις ακτές της Κασπίας Θάλασσας και καταλήγει στη διχασμένη από εμφύλιες διαμάχες Ελλάδα, κατά την Επανάσταση του 1821».

Η θάλασσα ήταν η μεγάλη αγάπη του Βαρβάκη («η θάλασσα είναι η μοίρα μας», λέει ο Σμαραγδής) και σ’ αυτή ρίχτηκε από τα 17 του χρόνια ως ναυτικός με δικό του πλοίο, που μετέτρεψε σε πολεμικό και ενέταξε στη δύναμη του ρωσικού στόλου στην περίοδο του ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774). Οπου οι ιδιαίτερες οργανωτικές και πολεμικές του ικανότητες εκτιμήθηκαν από τους συναγωνιστές του, που του κόλλησαν το παρατσούκλι Βαρβάκης, από το αρπακτικό πουλί βαρβάκι, που επέλεξε και ο ίδιος ως επίθετο, αντί του πατρικού του Λεοντίδης.

Με την υπογραφή της ταπεινωτικής για τους Οθωμανούς συνθήκης το 1774, ο Βαρβάκης, που βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, επιχείρησε να πουλήσει το πλοίο του, το οποίο, όμως, κατασχέθηκε από τους Τούρκους. Δεν έχασε, πάντως, το κουράγιο του – αποφάσισε να πάει στη Ρωσία και να ζητήσει τη βοήθεια της Μεγάλης Αικατερίνης (1729-1796), ως αντίδωρο για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στη χώρα της. Πράγμα που πέτυχε με τη βοήθεια του φίλου του στρατηγού Γκριγκόρι Ποτέμκιν (1739-1791), συμβούλου (συν εραστή) της τσαρίνας.

Το χαβιάρι

Η Αικατερίνη, αναγνωρίζοντας την προσφορά του, τον ενίσχυσε οικονομικά, τον ονόμασε πλοίαρχο του ρωσικού πολεμικού στόλου και, ως Ρώσο πολίτη πλέον, με το όνομα Ιβάν Αντρέγεβιτς (από το Ανδρέας, τ’ όνομα του πατέρα του) Βαρβάτσι, του παραχώρησε προνομιακά την αλιεία οξύρρυγχου (απ’ όπου και το χαβιάρι) στην Κασπία Θάλασσα.

Με την αλιεία του οξύρρυγχου και το εμπόριο του χαβιαριού κατάφερε σε λίγα χρόνια να γίνει πάμπλουτος, να έχει στη δούλεψή του περί τα 3.000 άτομα και ν’ αρχίσει να διαθέτει μεγάλο μέρος της περιουσίας του σε κοινωφελή έργα στην περιοχή του Αστραχάν. Για τις υπηρεσίες του αυτές απέκτησε τίτλους ευγενείας και με το κύρος και το χρήμα που διέθετε βοήθησε τους επαναστατημένους Ελληνες.

Μετά την καταστροφή των Ψαρών επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο ώς το τέλος της ζωής του (που δεν υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχής οικογενειακά), αφήνοντας ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας του για τη δημιουργία στην Αθήνα του Βαρβάκειου και της Αγοράς.

Και η απάντηση του Σμαραγδή στο ερώτημα, γιατί μια ταινία για τον Βαρβάκη; «Επειδή το μέλλον της ανθρωπότητας είναι το φωτεινό παρελθόν της. Και ο Βαρβάκης είναι μια λαμπερή προσωπικότητα, που έρχεται από το παρελθόν, για να φωτίσει το μέλλον. Στην καρδιά της κρίσης που περνάει ο τόπος, το εγώ του Βαρβάκη, που μετατρέπεται σε εμείς, μπορεί να λειτουργήσει παρηγορητικά». *