Ξ ύ π ν α Α ϊ λ ά ν!

Αϊλάν, Αϊλάν!!
Σε φωνάζω Αϊλάν, δε μ’ ακούς;
Αποκοιμήθηκες μικρό μου;
Γιατί; Αφού σε παρακάλεσα να μην αποκοιμηθείς.
Ευχήθηκα, να είσαι το τελευταίο
θαλασσοπνιγμένο προσφυγόπουλο.
Δεν έπιασε η ευχή μου Αϊλάν!
Κάθε μέρα θαλασσοπνίγονται προσφυγόπουλα.
Μαζεύουν τα τουμπανιασμένα
και κατάμαυρα κορμάκια τους σε σάκους!
Ο θάνατος τους, στα γρήγορα περνάει στις ειδήσεις.
Εσύ μικρό μου, για λίγες μέρες, ήσουν η πρώτη είδηση.
Διάφοροι μεγαλόσχημοι, μίλησαν για τον χαμό σου.
Κι’ αστέρες της μουσικής τραγούδησαν για σένα.
Μέσα από τέτοια χλιδή, που άγγιζε τα όρια της χυδαιότητας,
καθώς με τα υποκριτικά τους δάκρυα, ρίχνανε πέπλα,
για να καλύψουνε τον έ ν ο χ ο.
Αϊλάν, Αϊλάν !
Δεν την αντέχω τόση πίκρα.
Τόση υποκρισία.
Πνίγομαι, νοιώθω ανήμπορη, αδύναμη.
Δε θέλω όμως να παραδοθώ.
Θέλω να πολεμήσω.
Ξ ύ π ν α Α ϊ λ ά ν!
Έλα ν’ αγωνιστούμε μαζί, σαν τον Δ α υ ί δ.
Να πετάξουμε με τη σφεντόνα της ψυχής μας,
την α λ ή θ ε ι α!
Ένα κατάμαυρο β ό λ ι,
(σαν τα κορμάκια των αδικοχαμένων σου αδελφών),
στο κούτελο του κακούργου Γολιάθ.
Να νικήσουμε αυτόν τον πολεμοκάπηλο,
και τ’ άρρωστο σύστημα, που τον γεννά.
Α ϊ λ ά ν ξ ύ π ν α !
Τάνια Αρβανιτάκη – Νομικού







