Δυο χιλιάδες πεντακόσια έμβρυα ήταν τα θύματα (τεχνητές εκτρώσεις) στην Ελλάδα το 1986 από το πυρηνικό ατύχημα του Τσερνομπίλ, λόγω του φόβου και του μαζικού πανικού των γονιών για το ενδεχόμενο δυσμενών επιπτώσεων στο έμβρυο.
Αυτό αποκάλυψε σήμερα το μεσημέρι σε συνέντευξη τύπου, με την ευκαιρία της έκδοσης τιμητικού τόμου για τον αείμνηστο καθηγητή -ακαδημαϊκό Σπύρο Σκαρπαλέζο ο πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και καθηγητής κ. Γιώργος Χριστοδούλου, μιλώντας για τις «Μαζικές Καταστροφές, τις Αντιδράσεις Μαζικού Πανικού και τις επιπτώσεις στη Δημόσια Υγεία»-.
Ταυτόχρονα ο κ. Χριστοδούλου τόνισε πως βραχυπρόθεσμες αλλά κυρίως μακροπρόθεσμες είναι οι συνέπειες των μαζικών καταστροφών στην ψυχική υγεία των ανθρώπων, με κυριότερη αυτή του μετατραυματικού συνδρόμου, γεγονός που καθιστά αναγκαία τόσο την παρακολούθηση όσο και την υποστήριξη τους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν κατά την διάρκεια της Συνέντευξης Τύπου οι μαζικές καταστροφές δεν γνωρίζουν σύνορα μεταξύ κρατών και φυλών και οι δυνατότητες πρόληψης των είναι σχετικά περιορισμένες.
Σημαντικές προσπάθειες γίνονται όμως για πρόληψη των ανθρωπογενών κυρίως καταστροφών, όπως είναι τα μαζικά ατυχήματα σε μέσα μεταφοράς ή μεγάλες εργοστασιακές μονάδες. Τα προληπτικά μέτρα συνίστανται κυρίως σε θέσπιση και εφαρμογή αυστηρών προδιαγραφών ασφάλειας.
ΜΕΓΕΘΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ
Σύμφωνα με διεθνή δεδομένα, το 2001 αναφέρθηκαν 712 μαζικές καταστροφές, στις οποίες έχασαν τη ζωή τους 39.073 άτομα . Κατά τη 10ετία 1992–2001, μόλις 1 στις 5 καταστροφές αναφέρεται ότι συνέβη στις αναπτυσσόμενες χώρες. Παρόλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί ότι στις περιοχές αυτές καταγράφηκαν παραπάνω από το 50% των θυμάτων. Υπολογίζεται ότι, κατά μέσο όρο, ο κάτοικος μιας αναπτυσσόμενης χώρας έχει 13 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να τραυματιστεί θανάσιμα εξαιτίας μιας μαζικής καταστροφής σε σχέση με τον κάτοικο μιας αναπτυγμένης χώρας. Οι κατηγορίες των φονικών καταστροφών που παρουσιάστηκαν στις διάφορες ηπείρους την ίδια χρονική περίοδο παρουσιάζουν σημαντική ποικιλομορφία. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι στην Αμερικανική ήπειρο οι πλημμύρες ήταν υπεύθυνες για το 45% των θανάτων από καταστροφές, ενώ στην Ασία, η ξηρασία και η συνακόλουθη έλλειψη τροφής συνιστούν τις κύριες αιτίες θανάτου από φυσική καταστροφή (60%). Αντίστοιχα, οι κύριες αιτίες θανάτου από μαζικές καταστροφές στην Ευρώπη ήταν οι σεισμοί (58%), στην Ωκεανία τα παλιρροϊκά κύματα (66%) και στην Αφρική τα ατυχήματα σε μέσα μαζικής μεταφοράς (45%).
Το οικονομικό κόστος που συνεπάγονται οι καταστροφές σε παγκόσμιο επίπεδο –μόνο για το έτος 2001– εκτιμάται σε 30 δισεκατομμύρια ευρώ. Μια φυσική καταστροφή συνήθως επηρεάζει δυσμενώς την οικονομία μιας αναπτυσσόμενης χώρας. Το φαινόμενο Εl Niρo προκάλεσε στο Περού το 1998 ζημιές που ισοδυναμούσαν με το 5% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος .
Όσον αφορά τις διαχρονικές τάσεις του φαινομένου, φαίνεται ότι κατά την τελευταία 30ετία (1971–2000) έχει αλλάξει δραματικά ο αντίκτυπος των φυσικών καταστροφών. Έτσι, οι θάνατοι από φυσικές καταστροφές έχουν μειωθεί από 2.000.000(δεκαετία 1970) σε 800.000 (δεκαετία 2000).
Η μείωση των θυμάτων μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στην καλύτερη προετοιμασία των κρατών για την αντιμετώπιση των μαζικών καταστροφών.
Αναλυτικά, όπως φαίνεται στον πίνακα 2, οι επιπτώσεις των καταστροφών διακρίνονται σε εκείνες που αφορούν το ανθρώπινο δυναμικό και σε εκείνες που επηρεάζουν την υλικοτεχνική υποδομή της χώρας και έχουν έμμεσες επιπτώσεις στο ανθρώπινο δυναμικό της.
Οι συνέπειες στο ανθρώπινο δυναμικό μπορεί να είναι βραχυπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες. Εκτός από πληθυσμούς που συμμετείχαν ή βίωσαν τις εμπειρίες πολεμικών συρράξεων, μελέτες σε άτομα που βίωσαν μια τρομοκρατική επίθεση έχουν δείξει ότι τα άτομα αυτά, εκτός από τις σωματικές βλάβες, παραπονούνται επίσης σε αυξημένο ποσοστό για συμπτωματολογία μετατραυματικού συνδρόμου, γεγονός που καθιστά αναγκαία την παρακολούθηση και την υποστήριξή τους .
Οι επιπτώσεις μιας τρομοκρατικής επίθεσης δεν περιορίζονται μόνο στα άμεσα θύματα, αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, συμπεριλαμβανομένων των ευπαθών ομάδων του πληθυσμού, όπως είναι τα παιδιά και οι ψυχιατρικοί ασθενείς.







