Οι άνθρωποι των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων γερνούν ταχύτερα απ’ ότι οι ευκατάστατοι συνομήλικοί τους, δείχνει για πρώτη φορά μελέτη βρετανών επιστημόνων.
Απ’ ότι φαίνεται, το ελιξίριο της νεότητας κρύβεται στον πλούτο. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από έρευνα βρετανών επιστημόνων από την οποία προκύπτει ότι οι άνθρωποι με χαμηλά εισοδήματα γερνούν γρηγορότερα από τους πλούσιους.
Από παλαιότερες έρευνες είναι γνωστό ότι τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο προσβολής από κάποιες ασθένειες και ότι παρουσιάζουν μεγαλύτερα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας. Η νέα μελέτη, που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Aging Cell, καταδεικνύει τώρα ότι η οικονομική κατάσταση σχετίζεται με την ίδια τη βιολογική γήρανση.
Σύμφωνα με τη νέα μελέτη, τα ευρήματα της οποίας στηρίχτηκαν στην ανάλυση των λεγόμενων τελειομερών, που είναι τμήματα του DNA, η οικονομική κατάσταση επιδρά και στη βιολογική γήρανση. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα άτομα χαμηλού εισοδήματος είχαν κοντύτερα τελειομερή, δηλαδή βραχύτερες προστατευτικές δομές στα άκρα των χρωμοσωμάτων που κονταίνουν κάθε φορά που γίνεται η διαίρεση των κυττάρων. Η μείωση του μήκους των τελειομερών συνδέεται άμεσα με το γήρας.
«Η κοινωνική τάξη επηρεάζει όχι μόνο την υγεία και τις ασθένειες που σχετίζονται με το γήρας, αλλά και την ίδια τη διαδικασία της γήρανσης» τόνισε ο δρ Τιμ Σπέκτορ, επικεφαλής των ερευνητών στο Πανεπιστήμιο Σεντ Τόμας του Λονδίνου.
Η ομάδα του Σπέκτορ συνέκρινε 1.552 δίδυμες Βρετανίδες, ηλικίας 18 έως 75 ετών, οι οποίες είχαν κατατάχθηκαν στα πέντε επίπεδα, στα οποία βασίζεται η Κοινωνική και Οικονομική Ταξινόμηση της αγγλικής Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας.
Στη συνέχεια, τα αποτελέσματα της σύγκρισης σταθμίστηκαν με την αξιολόγηση και άλλων παραγόντων, όπως η παχυσαρκία, το κάπνισμα και η άσκηση, οι οποίοι επίσης μπορούν να επηρεάσουν τη διαδικασία της γήρανσης. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι και πάλι η προέλευση από τη χαμηλότερη οικονομική τάξη είχε την πιο μεγάλη επίδραση και ότι οι γυναίκες που προέρχονταν από αυτή, είχαν κοντύτερα τελειομερή. Οι γυναίκες που ανήκαν στις πιο ευκατάστατες ομάδες είχαν μακρύτερα τελειομερή, με μέσο όρο διαφοράς από τις πιο ασθενέστερες οικονομικά τα επτά βιολογικά χρόνια.
Εξηγώντας το φαινόμενο ο δρ Σπέκτορ επεσήμανε ότι παράγοντες που συνοδεύουν τη φτώχεια, όπως «το ψυχολογικό στρες, η δυσαναλογία προσπάθειας – ανταμοιβής και η ψυχολογική πίεση που προέρχεται για καταστάσεις που δεν μπορούν να ελεγχθούν μπορεί να αυξάνουν τα επίπεδα του οξειδωτικού στρες στον οργανισμό και να καταστρέφει πιο γρήγορα τα κύτταρα».







