Αρχική Απόψεις Aρθρα Παναγιώτης Καρασούλης: 28 Οκτωβρίου 1940. Ήμουν κι εγώ εκεί

Παναγιώτης Καρασούλης: 28 Οκτωβρίου 1940. Ήμουν κι εγώ εκεί

71

Αρχές Σεπτεμβρίου 1940 με το πλοίο της γραμμής  ξεκίνησα για την Αθήνα όπου θα έδινα εισιτήριες εξετάσεις στη Σχολή ΤΤΤ Αθηνών.
Κι αυτό χάριν στη κυρία Καλλιόπη Μιχάλου η οποία θα αναλάμβανε τα έξοδα της φοίτησης μου εάν θα επετύγχανα να μπω στη σχολή.
Ήμουν γεμάτος αισιοδοξία παρά τη  δυσοίωνη διεθνή κατάσταση.
Στις 15 Αυγούστου οι Ιταλοί είχαν τορπιλίσει το εύδρομο μας Έλλη έξω από το λιμάνι της  Τήνου και τέλη Αυγούστου δυο επιβατηγά έπαιρναν  τους στρατιώτες  του Χιώτικου συντάγματος προς βορρά σε άγνωστο προορισμό.
Ένα γράμμα συστατικό εκ μέρους της κυρίας Μιχάλου το οποίο έγραψε και μου έδωσε ο δικηγόρος Σκαρλάτος απευθυνόταν στον Νικόλαο Ζορμπά να με βοηθήσει σε ό,τι εμπόδιο μου παρουσιασθεί.
Ο Ζορμπάς βουλευτής και υπουργός αργότερα,   απόφοιτος της σχολής Ναυτικών Δοκίμων, έφερε τότε το βαθμό του Πλωτάρχου και ήταν Προσωπάρχης στο υπουργείο Ναυτικών με υπουργό το Ναύαρχο Σακελαρίου. 
Κρατώντας λοιπόν ένα καλάθι γεμάτο χιώτικα σπιτικά παρασκευάσματα για τη θεία μου Υπατία αδελφή του πατέρα μου, στο σπίτι της οποίας  θα κατέληγα, βγήκα για πρώτη φορά από το πλοίο στο λιμάνι του Πειραιά. Ρωτώντας βρήκα το σιδηροδρομικό σταθμό όπου επιβιβάστηκα για την Αθήνα. Στη γωνιά του σταθμού εντυπωσιακή, μια τεράστια εικόνα του Ιωάννη Μεταξά έγραφε από κάτω «Κοιμάσθε ήσυχοι ο Ιωάννης Μεταξάς αγρυπνεί».  
Φθάνοντας στην Ομόνοια  ρώτησα πάλι πού είναι η οδός Κουμανούδη όπου έμενε η θεία μου. Πάροδος της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, μου είπε κάποιος. Νομίζοντας ότι θα βάδιζα απόσταση Βαρβάσι –Χώρας συνέχισα πεζή την οδό Πατησίων.  Κάθυδρος με τη γλώσσα έξω έφθασα στο Πεδίο Άρεως όπου περνά προς τα επάνω και η λεωφόρος.  Συνεχίζοντας προς τα επάνω κάπου αριστερά φάνηκε η πάροδος Κουμανούδη.  Άρχισα να την περπατώ όπου κάπου είδα τον αριθμό της διεύθυνσης. Μια σπασμένη ξυλόπορτα που μπήκα με έφερε αντιμέτωπο με ένα βουνίσιο ανώμαλο τοπίο περιτριγυρισμένο με σύρμα όπου κρεμόνταν χαρτόνια και ξύλα και μέσα τέσσερα σπιτάκια της κακιάς ώρας που νοίκιαζε ο ιδιοκτήτης.
Σε ένα από αυτά κατοικούσε η θεία μου με τον άντρα της και με τρία παιδιά κι ένα ορφανό της αδελφής της. Είχε ένα δωματιάκι και μια μεγάλη κουζίνα. Το βράδυ για ύπνο το αντρόγυνο κοιμώτανε στην κουζίνα κι εμείς οι πέντε στριμοχνώμαστε στο μικρό δωματιάκι.  Έξω σε μια γωνιά υπήρχε το αποχωρητήριο, κοινό και για τα τέσσερα σπιτάκια. Την επόμενη μέρα με συνόδευσε ο ξάδελφος μου ως την πλατεία Κλαυθμώνος όπου ήταν το υπουργείο Ναυτικών. Αλλά ο φρουρός μόλις προσπάθησα να διαβώ την πόρτα με σταμάτησε. Επιμένοντας για πολύ ώρα τον ανάγκασα να τηλεφωνήσει επάνω οπότε του είπαν να με αφήσει να περάσω. Μπήκα στο γραφείο του Ζορμπά και αφού του είπα ποιός είμαι του έδωσα τη συστατική επιστολή.
Προς μεγάλη μου έκπληξη είδα να λέγει στο ναύτη να φέρει μια καρέκλα για να καθίσω δίπλα του στο γραφείο και να πει στον καφετζή να μου φέρει ένα γλυκό νεραντζάκι. Διάβασε το γράμμα κι άρχισε να με ρωτά διάφορα σχετικά για εμένα και τη Χίο. Εκείνο που θέλω από εσάς, του είπα, να με βοηθήσετε στην υγειονομική επιτροπή  να μη με κόψουν από έλλειψη κανονικού βάρους, ήμουν  πολύ αδύνατος,  μια και με έκοψαν γι αυτό όταν πήγα να καταταχθώ στην αεροπορία. Σε λίγες μέρες αφού είχα περάσει την υγειονομική πήγαμε στη Νομική σχολή όπου δώσαμε εξετάσεις στα μαθήματα εισαγωγής στη Σχολή. Όταν βγήκαν  τα  αποτελέσματα από 300 διαγωνισθέντες πέρασαν 80. Εγώ μπήκα με σειρά 14ος . Άρχισαν τα θεωρητικά μαθήματα στη Βιομηχανική Σχολή εκεί στον Πειραιά, και τα πρακτικά στην οδό Τροίας ανατολικά του Πεδίου Άρεως.                                                                                                                                                                  

 Ήταν Δευτέρα πρωί  της 28ης  Οκτωβρίου. Είχα βγει έξω να πλυθώ εκεί στο τενεκεδένιο βρυσάκι με τη λεκάνη από κάτω. Που να υπάρχουν οι σημερινές ευκολίες. Δεν πρόλαβα να βρέξω το πρόσωπο μου, όταν άρχισαν να σφυρίζουν δαιμονισμένα οι σειρήνες συναγερμού.
Πετάχτηκαν όλοι από τις πόρτες και τα παράθυρα και να ρωτούν τι τάχα συμβαίνει. Ο  θείος μου Γιώργης έμπαινε εκείνη την ώρα την εξώπορτα καθώς γύριζε από το γαλατά όπου έπαιρνε το πρωινό γάλα. «Οι Ιταλοί μας κήρυξαν πόλεμο», φώναξε να το ακούσουν όλοι. Άρπαξα τα βιβλία μου και σαν ελατήριο πετάχθηκα  τρέχοντας στη σχολή, εκεί Τροίας αριθμός 3. Μπαίνοντας στο Πεδίο Άρεως απέναντι, ένα καφενείο είχε το μεγάφωνο ραδιοφώνου έξω επάνω από την πόρτα. Έπαιζε εθνικά εμβατήρια.
Μέσα στην αίθουσα όπου γινόταν τα πρακτικά μαθήματα είχαν αφιχθεί αρκετοί μαθητές. Εγίνετο πανζουρλισμός. Πολλοί είχαν ανέβει στα θρανία κι άλλοι στην έδρα όπου έβγαζαν πύρινους λόγους εναντίον του Μουσολίνι και των Ιταλών. Ακολουθούσαν χειροκροτήματα και ζητωκραυγές με σύνθημα ότι δεν θα περάσουν οι εχθροί. Στο μεταξύ είχε περάσει ώρα και κανένας καθηγητής δεν φάνηκε. Κάμαμε επιτροπή και αποφασίσαμε να κατεβούμε κάτω στην Ομόνοια. Ξεκινήσαμε συντεταγμένοι σε τριάδες, είμαστε καμιά ογδονταριά. Διασχίσαμε το Πεδίο Άρεως και βγήκαμε στην οδό Πατησίων. Προχωρούσαμε προς τα κάτω τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο. Περιέργως βλέπαμε να ξεπετάγονται από διαφόρους παρόδους άνδρες γυναίκες και παιδιά και να πλαισιώνονται  δίπλα μας.
Ο δρόμος πήρε τη μορφή ανθρώπινου καταρράκτη που ξεχύνονταν προς την Ομόνοια. Όταν αρχίσαμε να μπαίνομε στην πλατεία είδαμε ότι ήταν πλημμυρισμένη από κόσμο όπου έβλεπες πάλι πολλούς σε διάφορα σημεία να εκφωνούν πύρινους λόγους, χειροκροτήματα και   βρισιές κατά του εχθρού.  Η ανθρωποθάλασσα αυτή άρχισε να προωθείται αργά αλλά σταθερά δια μέσου της οδού Ακαδημίας  προς την πλατεία Συντάγματος. Μαζί κι εμείς. Θα είχε μεσημεριάσει όταν μπήκαμε στην Πλατεία. 
Από όλες τις συνοικίες είχαν μαζευτεί εκεί και σχημάτισαν μια λαοθάλασσα.  Ξαφνικά βάρεσε συναγερμός. Δυο εχθρικά αεροπλάνα φάνηκαν πολύ υψηλά. Κανένας δεν κινήθηκε να φύγει, μόνο σε σφιγμένες γροθιές τα χέρια υψώθηκαν  και βροντερές φωνές  ακούονται, « δεν θα περάσουν». Αυτή η συνάθροιση  ήταν πράγματι ένα αυθόρμητο συλλαλητήριο του Ελληνικού λαού που βγήκε να φωνάξει εκείνο το ιστορικό ΟΧΙ βγαλμένο από το συναίσθημα του να μην υποταγεί και που το απόδειξε στα βουνά της Πίνδου όπου απέκρουσε τον εχθρό και τον κυνήγησε έως μέσα στην Αλβανία. Ο Μεταξάς  παρά την ιδεολογική συγγένεια με το φασισμό-ναζισμό προτίμησε να υιοθετήσει  αυτό το ΟΧΙ που απηχούσε τη διάθεση του Ελληνικού λαού  και να πει  στον Ιταλό πρόξενο, « Alors c’est  la guerre-  Λοιπόν έχομε πόλεμο»
Οκτώβριος 2013.

Παναγιώτης Καρασούλης
Υστ. Ένα πανελλαδικό όμοιο ΟΧΙ πρέπει να φωναχτεί πάλι τώρα, να το ακούσει  ο Σαμαράς και να το μεταφέρει στην Τρόικα και στους τοκογλύφους.

Ο Παναγιώτης Καρασούλης γεννήθηκε στη Χίο το 1920.

Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Αρρένων Χίου και στη συνέχεια σπούδασε στη σχολή Τ.Τ.Τ. Αθηνών. Διορίστηκε και εργάστηκε στο κεντρικό τηλεγραφείο Χίου.

Κατά τη γερμανική κατοχή διέφυγε στη μέση ανατολή, όπου κατατάχθηκε στη 2η ελληνική ταξιαρχία.

Το Γενάρη του 1944 ήλθε κρυφά στη γερμανοκρατούμενη Χίο, ως ασυρματιστής της μυστικής συμμαχικής αποστολής COLLATE, με τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Ιάσονα Καλαμπόκα.

Στα πέτρινα χρόνια που ακολούθησαν μετά το τέλος του πολέμου, έφυγε στην Αμερική. Εκεί εργάστηκε 7,5 χρόνια και φοίτησε στη σχολή ηλεκτρονικών  A.T.E.S. στο Youngtown του Οχάιο.

Γύρισε στη Χίο το 1958 και ασχολήθηκε με το εμπόριο και την επισκευή ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών.

Έχει τιμηθεί με τον Πολεμικό Σταυρό Γ’ τάξεως και με το αγγλικό Μετάλλιο Θάρρους για την Ελευθερία.

Τα τελευταία χρόνια ζει με τα παιδιά του στο Βανκούβερ του Καναδά.

 

(Βιογραφικά στοιχεία από το βιβλίο του ίδιου «Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή και Εθνική Αντίσταση- έκδοση ΟΜΗΡΕΙΟ Πνευματικό Κέντρο Δήμου Χίου.

Στη φωτογραφία ο Π. Καρασούλης καταθέτει στεφάνι στον ανδριάντα του Ιάσονα Καλαμπόκα).

Διαφήμιση