Με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που ελήφθη στην εβδομαδιαία συνεδρίασή της, τέθηκε στο αρχείο η υπόθεση παραβίασης, κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, περί πλημμελούς εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70 για την εργασία ορισμένου χρόνου. Στο σκεπτικό της απόφασης, στην οποία παρατίθεται το ιστορικό και η οδηγία, υπογραμμίζεται ότι το νέο Προεδρικό Διάταγμα είναι συμβατό με την Οδηγία 1999/70, γεγονός που οδήγησε στην απόφαση να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο. Το πλήρες κείμενο της απόφασης έχει ως εξής: ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ 15.10.04 ΣΥΜΒΑΣΙΟΥΧΟΙ Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέτει στο αρχείο την υπόθεση κατά της Ελλάδας Κατά την εβδομαδιαία συνεδρίασή της, την Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή αποφάσισε να θέσει στο αρχείο την υπόθεση παραβίασης κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας περί πλημμελούς εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70 για την εργασία ορισμένου χρόνου. Η εξέταση από την Επιτροπή του νέου Προεδρικού Διατάγματος του Υπουργείου Εσωτερικών που περιέχει ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το νέο Προεδρικό Διάταγμα είναι συμβατό με την Οδηγία 1999/70. ως εκ τούτου, θέτει στο αρχείο την υπόθεση. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή συνεχίζει την εξέταση του Προεδρικού Διατάγματος του Υπουργείου Απασχόλησης για τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Η εξέταση αναμένεται να περατωθεί πριν το τέλος του 2004. Ιστορικό · Η Οδηγία 1999/70 ψηφίστηκε στις 28 Ιουνίου 1999. Η προθεσμία ενσωμάτωσης στο εσωτερικό δίκαιο ήταν η 10η Ιουλίου 2001 (με δυνατότητα παράτασης ενός έτους). · Η Ελλάδα δεν είχε ψηφίσει σχετικό νομοθέτημα ούτε κατά την παράταση και έτσι η Επιτροπή ξεκίνησε την διαδικασία παραβίασης του άρθρου 226 της Συνθήκης. · Τον Απρίλιο του 2003 υπεγράφη το Π.Δ. 81/2003 (ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου). · Η Επιτροπή θεώρησε ότι το Π.Δ. δεν εφαρμόζει σωστά την Οδηγία και έτσι συνέχισε τη διαδικασία παράβασης. · Τον Μάιο 2004, προωθήθηκε νέο Προεδρικό Διάταγμα του οποίου οι διατάξεις μετέφεραν πιο αποτελεσματικά το περιεχόμενο της Οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Το νέο αυτό Π.Δ. αφορά μόνο τους εργαζόμενους με συμβάσεις στο δημόσιο τομέα. Κατόπιν επίσημης γνωστοποίησης, η Επιτροπή διαπίστωσε τη συμβατότητα του νέου Π.Δ. με την οδηγία και παρέπεμψε την υπόθεση παραβίασης προς αρχειοθέτηση. Η Οδηγία · Φιλοσοφία της Οδηγίας είναι η ευελιξία στο χρόνο εργασίας και στην ασφάλεια των εργαζομένων (αν και γενικός κανόνας στις εργασιακές σχέσεις θα έπρεπε να παραμένει η σύμβαση αορίστου χρόνου). · Στόχος της Οδηγίας είναι η ίση μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και εργαζόμενων με συμβάσεις αορίστου χρόνου. · Δύο γενικές αρχές περιέχονται στην Οδηγία: 1. Αρχή της μη διάκρισης μεταξύ συμβάσεων ορισμένου και αορίστου χρόνου 2. Αποτροπή καταχρήσεων από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων · Διακρίσεις επιτρέπονται αν δικαιολογούνται από αντικειμενικούς λόγους. · Για να μην υπάρχει κατάχρηση, τα Κράτη μέλη οφείλουν να καθορίσουν τους αντικειμενικούς λόγους και άλλες σχετικές παραμέτρους όπως τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων, το μέγιστο αριθμό ανανεώσεων καθώς και την έννοια της διαδοχικής σύμβασης. · Η Οδηγία δεν εφαρμόζεται (α) στις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας και (β) στις συμβάσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στα πλαίσια ειδικού δημοσίου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης. Η Οδηγία αναγνωρίζει την εργασία με σύμβαση ορισμένου χρόνου ως θεμιτή μορφή εργασίας και δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να μετατρέψουν τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε μόνιμες συμβάσεις. Πολλές χώρες, όπως η Ελλάδα, έχουν τέτοιους κανόνες, όμως η Οδηγία δεν θεσπίζει δικαίωμα μονιμοποίησης στους συμβασιούχους. Το νέο Προεδρικό Διάταγμα προβλέπει τη μετατροπή ορισμένων διαδοχικών συμβάσεων σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρο 10 – Μεταβατικές Διατάξεις). Όμως, επειδή η μετατροπή αυτή δεν αποτελεί επιταγή της κοινοτικής οδηγίας, ο τρόπος και τα κριτήρια με τα οποία επιτυγχάνεται, και ο αριθμός ή οι κατηγορίες συμβασιούχων που καλύπτει δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η βούληση μονιμοποίησης και οι όροι που προβλέπονται στο Προεδρικό Διάταγμα ανήκουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της Ελληνικής κυβέρνησης, η δε επίλυση διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή των όρων αυτών μπορεί να γίνεται ενώπιον των Ελληνικών δικαστηρίων.
Πηγή: ΜΠΕ
Δικαίωση του Ελληνικού κράτους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τους συμβασιούχους
Διαφήμιση







