Αρχική Απόψεις Aρθρα Γιάννης Μακριδάκης: Στη μνήμη των ναυτικών μας

Γιάννης Μακριδάκης: Στη μνήμη των ναυτικών μας

226
Αύριο είναι η μέρα αφιερωμένη στη μνήμη των Χίων απολεσθέντων ναυτικών κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το μνημείο που βλέπετε στη φωτογραφία, με μια προσθήκη θάλασσας στο φόντο, αναγράφει όλα τα ονόματα των ναυτικών που χάθηκαν εκείνη την περίοδο και βρίσκεται στην αυλή του Ναυτικού Μουσείου Χίου, όπου τιμάται κάθε χρόνο η μνήμη τους από την Περιφερειακή Διοίκηση.

Ο παππούς μου, που έχω το όνομά του, ο Γιάννης Μακριδάκης, πρόσφυγας από το χωριό Κιόστε ή Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ έφτασε στη Χίο με τον διωγμό το 1922 και εγκαταστάθηκε μετά την Συνθήκη της Λωζάνης στον προσφυγικό συνοικισμό αλιέων Αγίας Παρασκευής Καστέλου Χίου, όπου βρήκαν στέγη όλοι οι συγχωριανοί του από το Κιόστε, για να βλέπουν απέναντι το χαμένο τους χωριό.
Το 1938, ο Γιάννης Μακριδάκης έμαθε ότι η γυναίκα του, Μυρώπη, χιώτισσα στην καταγωγή, έμεινε έγκυος στο δεύτερο παιδί τους, τον πατέρα μου, Λεωνίδα.

Αμέσως τότε, με την είδηση της εγκυμοσύνης και την προοπτική της μεγαλύτερης οικογένειας και ενός ακόμη παιδιού, αφού είχαν ήδη ένα αγόρι, τον θείο μου τον Γιώργη, ο αλιέας παππούς μου, πήρε σε έναν κουβά δύο χταπόδια και κάτι ψαράκια, περπάτησε από το Καστέλο μέχρι τον Βροντάδο και χτύπησε την πόρτα του εφοπλιστή Μαργαρώνη.

“Κάλλιο γάιδαρος στ’ αλώνι, παρά μες στου Μαργαρώνη”, έλεγαν τότε σκωπτικά στην πιάτσα, ο παππούς όμως ήθελε να δουλέψει για να ζήσει τα παιδιά του και έτσι τον παρακάλεσε να τον μπαρκάρει σε ένα βαπόρι του.

Μπάρκαρε λοιπόν στο “Νέλλη” του Μαργαρώνη το 1939, λίγο πριν η Ελλάδα μπει στον πόλεμο και πνίγηκε στις Σκύλες του Βόρειου Ατλαντικού το 1942, όταν το βαπόρι τορπιλίστηκε από γερμανικό υποβρύχιο και βυθίστηκε αύτανδρο.

Ο πατέρας μου γεννήθηκε κοιλάρφανος, η γιαγιά μου και τα δύο αγόρια της έμαθαν τον χαμό του ανθρώπου τους το 1945, με το τέλος του πολέμου, από ένα δημοσίευμα του Υπουργείου που έδωσε την λίστα των απολεσθέντων της μάχης του Ατλαντικού.
Από το 1939, που μπάρκαρε, ως το 1945 που διάβασαν το χαμπέρι του, δεν είχαν λάβει νέα του ποτέ και η γιαγιά μου είχε την ελπίδα ότι ήταν ζωντανός και θα γυρίσει μετά τον πόλεμο.
“Τους έχει κλείσει ο πόλεμος”, έτσι λέγανε τότε στο νησί για τους Χιώτες ναυτικούς, που βρίσκονταν στα πέρατα της γης και ούτε να επιστρέψουν μπορούσαν, ούτε καν να επικοινωνήσουν με τα σπίτια τους.
Με την αναγγελία στον συνοικισμό του μακάβριου δημοσιεύματος χτύπησε η καμπάνα πένθιμα της Αγίας Παρασκευής και μπήκαν μαύρες ταινίες στα τζάμια του σπιτιού της γιαγιάς μου.

Το όνομα αυτού του ανθρώπου φέρω και προσπαθώ να τιμώ με τον βίο μου.

Την ιστορία του καθώς και όλου του προσφυγικού συνοικισμού έχω γράψει στο μυθιστόρημα με τίτλο “Οι βάρδιες των πουλιών“, εκδόσεις Εστία 2018.

Φέτος, όπως αναγράφεται στην ανακοίνωση της επετειακής ημέρας, διαπιστώνω με χαρά ότι θα έχει θέση για πρώτη φορά και η λογοτεχνικά στην τιμητική εκδήλωση, αφού οι διοργανωτές φρόντισαν να αναγνωστούν αποσπάσματα από την “Μεγάλη Χίμαιρα” του Καραγάτση.

Αιώνια η μνήμη αυτών των ανθρώπων.

Διαφήμιση