Μια νουβέλα, λοιπόν, γεμάτη ανθρωπιά, αλλά και αυθεντική πληροφόρηση για εκείνες τις δύσκολες, αλλά και τόσο ευωδιαστές στη μνήμη εποχές. Το βιβλίο αυτό ήταν για εμένα μια βαθειά ανάσα οξυγόνου μέσα στις τόσες “λογοτεχνικές” ανοησίες που διαβάζομε τελευταία.
Εύγε στην κ. Γεωργούλη και καλή τύχη στο σεμνό βιβλίο της, να συνεχίσει έτσι που άρχισε. Αρμοστότατη και η μινιμαλιστική εικονογράφηση της αγαπημένης μου Φωτεινής, το σύνολο κείμενα και σχέδια, απολύτως ταιριαστά συμβαδίζουν αρμονικά χωρίς ούτε να πνίγουν ή να περιχαρακώνουν τον αναγνώστη αφήνοντάς τον να φτειάχνει περαιτέρω εικόνες στο μυαλό του κατά την αποσκευή που ο καθένας κουβαλεί εντός του.
Δεν εξεπλάγην με τις συγγένειες που έχομε μεταξύ μας, Χίος και Μύκονος, στα ναυτικά περιστατικά εκείνης της εποχής, αλλά επίσης και στις παροιμίες και τις λέξεις των ιδιωμάτων μας. Είναι τέτοια η συγκίνηση όταν ανακαλύπτεις τις συνάφειες και τις ρίζες αυτών των λέξεων! Ακόμη κι όταν ακουστικά οι διαφορές τους είναι μεγάλες, είναι σπουδαίο όταν μπορείς και βρίσκεις την πρώτη τους αρχή, που είναι συχνότατα αρχαιοελληνική, μια διαπίστωση που σε γεμίζει με ανεπανάληπτη ευφροσύνη και περηφάνια σε πείσμα κάποιων δήθεν “μοντέρνων” και “προοδευτικών” για τους οποίους είναι αδιάφορα κάτι τέτοια! Δεν είναι, βέβαια, για ξάφνιασμα αυτές οι ομοιότητες και συγγένειες, μιας και είμαστε Αιγαιοπελαγίτες Έλληνες…
σ.σ. την κριτική του Π. Κουσαθανά, αντιγράψαμε από τον “τοίχο” της Βίκυς Γεωργούλη που με αυτά τα λόγια συνοδεύει το σχετικό κείμενο:
“Είναι μια χαρά από τις λίγες που έρχεται τις τελευταίες μέρες του χρόνου. Η φίλη Θάλεια χάρισε το ”Εν Λαγκάδα” στο δάσκαλο, Μυκονιάτη, άνθρωπο του πνεύματος και συγγραφέα κ. Παναγιώτη Κουσαθανά κι εκείνος έστειλε το παρακάτω μέιλ στην Φωτεινή Στεφανίδη, εικονογράφο του βιβλίου. Τους ευχαριστώ θερμά όλους και ειδικά τον κ. Κουσαθανά για τα καλά του λόγια, μεγάλη η τιμή”.








