Ψάχνομε με τον άντρα μου για τις πέτρες του κτηρίου που θα γίνει «Μουσείο» τις σκούρες και τις άσπρες. Βρίσκομε τις μαύρες, αναζητούμε ακόμα τις άσπρες «χαβιαρόπετρες». Πλησιάζομε στο Φτελιό, γυρίζομε στο κεντρικό δρόμο. Αφήνουμε δεξιά το Αρχοντίκι, το Δασκαλειό, περνούμε δίπλα από τις ανεμογεννήτριες, αριστερά μια φύση μαγεμένη, μικρά ιδιωτικά εκκλησάκια, συκιές, συκαμινιές, καλαμιές, λυγαριές και θυμάρι.
Κανένα αυτοκίνητο, μόνο το τρίκυκλο του Λεωτσινίδη και οι ανεμότρατες το απόγευμα ντούκου-ντούκου-ντούκου. Τώρα αλλάξανε τα πράγματα, four wheel drive, ανεβαίνει τη Μαύρη Ράχη!

Δούλεψα στα Ψαρά ως υπάλληλος του Ε.Ο.Τ το 1978 και 1979 και αποκατέστησα τα κελιά του Αγίου Νικολάου, τη Βουλή των Ψαρών. Ανέσκαψα το σπίτι του Κανάρη, διαμόρφωσα το χώρο και προστέθηκε η προτομή του μπουρλοτιέρη, έργο του Γιάννη Κουτσουράδη.
Αργότερα πρόσθεσαν δωμάτια κάτω από «τη Βουλή των Ψαρών» προκαλώντας δίκαια την οργή των Ψαριανών, του Δημήτρη Ανδριάνα και τη δική μου. Δεν νομίζω να υπάρχει άλλο τέτοιο ξενοδοχείο που από τη μια μεριά να βλέπει τη Μαύρη Ράχη και από την άλλη το ανοιχτό πέλαγο και τίποτε άλλο.








