Αρχική Απόψεις Aρθρα Μνήμη Μικράς Ασίας- Ο Μίκης Θεοδωράκης και οι πρόσφυγες του Τσεσμέ, γράφει...

Μνήμη Μικράς Ασίας- Ο Μίκης Θεοδωράκης και οι πρόσφυγες του Τσεσμέ, γράφει η Τασσώ Γαΐλα

837

Εκατό Χρόνια από την Μικρασιατική Καταστροφή, 1922-2022. Εκατό χρόνια γεμάτα πόνο, δάκρυ και νοσταλγία για τους πρόσφυγες της πρώτης γενιάς που έφτασαν μετά τον βίαιο ξεριζωμό τους από την πατρώα γη στη χώρα μας από την Τουρκία ζωντανοί-νεκροί και τη μνήμη τους τηρούν οι απόγονοι τους.

Το 1923 στις 24 Ιουλίου υπεγράφει στην Λωζάνη της Ελβετίας η συνθήκη της ντροπής, η Συνθήκη της Λωζάνης η οποία μεταξύ άλλων και με ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας διέταζε την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών από τις δύο χώρες.
Η ανταλλαγή μειονοτήτων που πραγματοποιήθηκε προκάλεσε μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών από τις δυο χώρες κι ήταν ένα πρωτοφανές γεγονός χωρίς προηγούμενο που δεν επαναλήφθη ποτέ σε καμία άλλη χώρα.
Από την Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη μετακινήθηκαν στην Ελλάδα 1.650.000 Οθωμανοί υπήκοοι χριστιανικού θρησκεύματος και από την Ελλάδα στην Τουρκία 670.000 Έλληνες μουσουλμανικού θρησκεύματος.
Βασικό κριτήριο της ανταλλαγής υπήρξε το θρήσκευμα και όχι η εθνικότητα.(Wikipedia).

Αυτή η ανταλλαγή υπήρξε κι η αιτία να μπει οριστικά και αμετάκλητα ταφόπλακα στην παρουσία των Ελλήνων στην Μικρά Ασία από τον 7ο π. Χ.αιώνα μέχρι το 1923…

Ο μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης γεννήθηκε στην Χίο στις 29 Ιουλίου του 1925.
Η καταγωγή της μητέρας του Ασπασίας Πουλάκη ήταν από τον Τσεσμέ της απέναντι ακριβώς από τη Χίο ακτής. Ο Τσεσμές (τουρκικά Çeşme, Τσέσμε), είναι παραθαλάσσια πόλη που βρίσκεται στο ανατολικό άκρο της Χερσονήσου της Ερυθραίας , 85 χλμ. δυτικά της Σμύρνης, απέναντι από τη Χίο, από την οποία απέχει μόλις 9 ναυτικά μίλια.

Συγκλονιστική και συνάμα συγκινητική η εικόνα που μας δίνει για την πρώτη γενιά προσφύγων της Μικράς Ασίας μετά την εγκατάσταση τους στην Ελλάδα ο μεγάλος μας μουσικοσυνθέτης στην αυτοβιογραφία του.

…<Πριν καλά καλά εγκατασταθούμε στο νέο μας σπίτι (Πάτρα, 1937), η μάνα μου με πήρε να πάμε στο συνοικισμό να ψάξουμε για Τσεσμελιούς. Καθισμένοι στους μικροσκοπικούς κήπους, γεμάτους γλάστρες, μπροστά στα πλινθόκτιστα σπιτάκια τους, που όμως όλα έλαμπαν από φρέσκο ασβέστη, οι πρόσφυγες μας ερευνούσαν προσεκτικά και μετά σχολίαζαν το πέρασμά μας. […]

<Τι θέλουν αυτοί οι πλούσιοι στο μαχαλά μας; Έχασαν το δρόμο; Ή ήρθαν για να διασκεδάσουν με τη φτώχεια μας;>.
Σταματήσαμε σ’ ένα σπίτι και η μητέρα μου ρώτησε: <Ψάχνω να βρω καμιά οικογένεια από τον Τσεσμέ. Ξέρετε, είμαι κι εγώ πρόσφυγας. Το πατρικό μου είναι Πουλάκη, Ασπασία Πουλάκη>.

Μόλις είδαν πως είμαστε πρόσφυγες, δικοί τους, άλλαξε διαμιάς η στάση τους απέναντί μας. Μας πρόσφεραν κάθισμα, νερό, γλυκό του κουταλιού και το ένα σπίτι φώναξε το άλλο: <Είναι δικοί μας. Από τον Τσεσμέ. Ειδοποίησε την κυρα-Ρήνη>.

Σε λίγο ήρθε κι η Τσεσμελιά με τον άντρα της, που η βράκα του χτυπούσε δεξιά αριστερά. Ήταν γείτονες, η κυρα-Ρήνη και ο μαστρο-Νικόλας, στην ηλικία των γονιών της μάνας μου, τα παιδιά τους, δυο αγόρια, είχαν χαθεί στο Σαγγάριο.
Πέσανε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Στην αρχή κλάματα, που γρήγορα μεταδόθηκαν στις υπόλοιπες μαυροφορεμένες γυναίκες.
Μετά καταστάλαξε ο πόνος, φύγανε οι πικρές αναμνήσεις κι αρχίσανε οι ερωτήσεις, <γυναίκα του διευθυντή της Νομαρχίας!>, λέγανε με θαυμασμό και χαϊδεύανε τη μητέρα μου. Έτσι βάλαμε ρίζες στη συνοικία και δε θα περνούσε βδομάδα χωρίς να επισκεφτούμε το φτωχικό της κυρα-Ρήνης. […]

Σε κάποιο γεύμα που κάναμε στο σπίτι μας, την ώρα του καφέ, η μάνα μου μίλησε στον δήμαρχο, κύριο Ρούφο, ο οποίος διόρισε τον μαστρο-Νικόλα σκουπιδιάρη στο Δήμο.
Σιγά-σιγά εκμεταλλευόμενη τη θέση της κατάφερε να βάλει τον έναν από δω, τον άλλο από κει για μεροκάματο ή μισθό.
Οι περισσότερες οικογένειες των προσφύγων είχαν πρόβλημα δουλειάς και συνεπώς επιβίωσης.[…]

Έτσι, από τη μεριά της μάνας μου, έμαθα πως είμαστε ξένοι. Ως τα βαθιά της γεράματα έμεινε πιστή στη γη της επαγγελίας. Δεν αφομοιώθηκε ποτέ στην παλιά Ελλάδα, όπως την έλεγε […].
Αν και η κοινωνική της θέση απαιτούσε σχέσεις με κυρίες του ίδιου επιπέδου, διάλεγε τις πραγματικές της φίλες από τις πρόσφυγες. Και ήταν αστείο, όταν συνέβαινε να συναντηθούν στη σκάλα του σπιτιού μας ο δήμαρχος να ανεβαίνει και ο σκουπιδιάρης να κατεβαίνει. Ο ένας με βράκα και ο άλλος με κουστούμι της τελευταίας ευρωπαϊκής μόδας. Μάταια ο πατέρας μου της έλεγε και της ξανάλεγε για την κοινωνική μας θέση. Η απάντηση της μητέρας μου ήταν στερεότυπη:

<Αυτοί είναι οι δικοί μου. Αυτοί είναι από τα μέρη μας>.
<Κι εδώ τι είναι;>;
<Ξενιτιά… >.

Μίκης Θεοδωράκης, <Οι δρόμοι του Αρχάγγελου. Αυτοβιογραφία>.

Φωτογραφία 1. Ο Μίκης Θεοδωράκης με τους γονείς του, 1930.
Φωτογραφία 2. Τσεσμές , σήμερα στα τουρκικά Çeşme, Τσέσμε . Πηγή,τουρκική σελίδα Photografi Turkiye.

Για το Chiosnews.gr
Τασσώ Γαΐλα.
Αρθρογράφος-Ερευνήτρια.

 

Διαφήμιση